13 November 2020

Πότε θα ασχοληθεί η Αριστερά με τους εξοπλισμούς;

Πότε θα ασχοληθεί η Αριστερά μετους εξοπλισμούς;

Η σκανδαλώδης απόφαση αγοράς τωναμερικανικών φρεγατών από την ελληνική κυβέρνηση είναι το σημείο χωρίςεπιστροφή.

του Ηρακλή Οικονόμου

Η απόφαση δαπάνης άνω των 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αγορά τεσσάρωνφρεγατών MMSC από τις ΗΠΑ δενπροδίδει μόνο την απύθμενη υποτέλεια της χώρας και της κυβέρνησης, η οποία πάεινα αγοράσει ένα σκανδαλωδώς ακατάλληλο και πανάκριβο σκάφος υπακούοντας στηνεπιθυμία της αμερικανικής βιομηχανίας όπλων. Προδίδει και την ανεπάρκεια τηςελληνικής αριστεράς – των κομμάτων που αυτοπροσδιορίζονται τέλος πάντων εντόςτης – η οποία με ελάχιστες εκλάμψεις και εξαιρέσεις δεν έχει να πει τίποτεσυγκεκριμένο για την πολιτική εξοπλισμών της χώρας. Από το «πρώτη φοράαριστερά» που άφησε απ’ έξω τη θέση του επικεφαλής του υπουργείου ΕθνικήςΆμυνας μέχρι τη βουβαμάρα στο τωρινό εξοπλιστικό πάρτι στο οποίο επιδίδεται ηκυβέρνηση με πρόφαση την τουρκική επιθετικότητα, ένας είναι ο κοινόςπαρονομαστής: η απουσία σύνδεσης μεταξύ Αριστεράς και εξοπλιστικής πολιτικής.

Όλο αυτό είναι αρκετά παράδοξο, δεδομένης της σημασίας των εξοπλισμών σεόλα τα επίπεδα. Εξηγείται, όμως, μέσα από μια σειρά αιτιών:

– Οι εξοπλισμοί συχνά γίνονται κατανοητοί ως ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα,δεδομένης της τεχνολογικής συνθετότητας και όλων των υπόλοιπων στρατηγικώνπτυχών που εμπεριέχει μια εξοπλιστική απόφαση. Και η έλλειψη εξειδικευμένηςγνώσης περί των εξοπλιστικών στις γραμμές της Αριστεράς καθιστά δυσκολότερη τησύνδεσή της με τον συγκεκριμένο τομέα πολιτικής.

– Οι εξοπλισμοί θεωρούνται ζήτημα που αφορά τη στρατιωτική εξουσία, τουςαρχηγούς των όπλων, τους αξιωματικούς, τους χρήστες των όπλων, και όχι τηνπολιτική εξουσία η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι άσχετη και στηχειρότερη παίρνει μίζες.

– Η ύπαρξη της αντικειμενικής απειλής από την Τουρκία προσδίδει σταεξοπλιστικά ζητήματα έναν «υπαρξιακό» χαρακτήρα, και άρα οι όποιες διαφωνίες υποτίθεταιότι οφείλουν να υποτάσσονται στον στόχο της προστασίας της εδαφικήςακεραιότητας της χώρας.

– Οι αγορές οπλικών συστημάτων συνδέονται με τα συμφέροντα των χωρών που ταπαράγουν και με τους εγχώριους πλασιέ τους, και η Αριστερά δεν θέλει να φανείότι ταυτίζεται με το ένα ή το άλλο ξένο συμφέρον.

– Η Αριστερά εμφανίζει ευρύτερη αδυναμία άρθρωσης προγραμματικού λόγου, καιάρα οι εξοπλισμοί εντάσσονται σε μια γενική τάση έλλειψης συγκεκριμένωνπολιτικών προσαρμοσμένων σε συγκεκριμένους τομείς.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι εξοπλισμοί είναι ένα πεδίο με το οποίο θαέπρεπε κατεξοχήν να ασχοληθεί η Αριστερά. Μπορώ να σκεφτώ τουλάχιστον τέσσεριςλόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο θα έπρεπε να θεωρείται απολύτως δεδομένο.

1) Οι εξοπλισμοί έχουν τεράστιοοικονομικό αντίκτυπο

Αυτό ισχύει γενικά, αλλά ισχύει και ειδικότερα για μια χώρα σαν την Ελλάδαπου το 2019 διοχέτευσε σε αμυντικές δαπάνες το 5,4% των δημοσίων δαπανών τηςκαι το 2,6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της (σύμφωνα με το SIPRI). Η αποδοχή αυτής της αιμορραγίας ισοδυναμεί με αποδοχήτου κυρίαρχου δημοσιονομικού μοντέλου, αποδοχή του παρασιτικού χαρακτήρα ενόςμεγάλου μέρους των δημοσίων δαπανών, αποδοχή των αντιπαραγωγικών παθογενειώντης ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, ισοδυναμεί και με αποδοχή των κοινωνικώνδυνάμεων που επωφελούνται από αυτή την αιμορραγία – των μεγάλων πολυεθνικώνεταιρειών παραγωγής όπλων, των εγχώριων διαμεσολαβητών τους, και ενόςσυμπλέγματος πολιτικής, στρατιωτικής και διανοητικής εξουσίας που νομιμοποιείκαι αναπαράγει τις δυνάμεις αυτές. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός, με άλλα λόγια,περνάει μέσα από την ελάφρυνση του βάρους των αμυντικών δαπανών. Από εκεί περνάει και η προώθηση ενόςεναλλακτικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, σε μια περίοδο που οι στρατιωτικέςπαραγγελίες εμφανίζονται περίπου ως σωτηρία για την απασχόληση και την εγχώριαπαραγωγή. Στην πραγματικότητα, οι στρατιωτικές δαπάνες είναι de facto παρασιτικές, ακόμα κι αν κάποια ψίχουλα επιστρέφουν στη χώραμε τη μορφή εγχώριου έργου, και είναι δουλειά της Αριστεράς να δείξει ότι ταδισεκατομμύρια που δαπανώνται για βόμβες και πυραύλους θα παρήγαγανπερισσότερες θέσεις εργασίας και θα τροφοδοτούσαν πραγματικά την ανάπτυξη καιτην αειφορία εάν διοχετεύονταν ως παραγωγικές επενδύσεις στην εγχώρια μηπολεμική οικονομία.

2) Οι εξοπλισμοί είναι πρωτίστωςζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας

Το κατά πόσο μια χώρα αγορά αγοράζει όπλα για να ικανοποιήσει ξένεςδυνάμεις ή δικές της αμυντικές ανάγκες άπτεται της ουσίας της εθνικήςανεξαρτησίας της χώρας αυτής. Η ιστορία των ελληνικών εξοπλιστικών αποφάσεωνείναι, με εξαιρέσεις, η ιστορία της υποτέλειας του ελληνικού κράτους και τηςεξάρτησής του από τις ΗΠΑ, καταρχήν, και από την Ευρ. Ένωση και ταπρωταγωνιστικά κράτη-μέλη της, κατά δεύτερον. Άρα, εάν στα σοβαρά η Αριστεράισχυρίζεται ότι θέλει να εξασφαλίσει μια νέα διεθνή θέση για τη χώρα, τότεπρέπει εξίσου στα σοβαρά να ασχοληθεί με τα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται οιεξοπλιστικές αποφάσεις, να ασκήσει κριτική στα κριτήρια αυτά, και να εξηγήσειπώς η δική της εξουσία θα προτάξει τις εγχώριες αμυντικές ανάγκες έναντι τωναναγκών των ξένων βιομηχανιών όπλων. Όσο δεν το κάνει, τόσο πιο κούφια κάνει ναφαίνεται η περί της εθνικής ανεξαρτησίας ρητορική της.

3) Οι εξοπλισμοί αφορούν άμεσατην ποιότητα της δημοκρατίας

Δεν είναι τυχαίο ότι μερικά από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην Ελλάδα αφορούντην αγορά όπλων, όπως επίσης δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες υψηλού προφίλπροφυλακίσεις πολιτικών προσώπων αφορούν εξοπλιστικές αποφάσεις πρώην υπουργώνεθνικής άμυνας. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνουν χώρα μακριά από τα φώτα τηςδημοσιότητας και από την οποιαδήποτε εποπτεία, με μόνη υποτιθέμενη ασφαλιστικήδικλείδα τη γνώμη της στρατιωτικής εξουσίας. Η ασφαλιστική δικλείδα αυτή είναιβεβαίως από σαθρή έως ανύπαρκτη, διότι και οι στρατιωτικοί έχουν κι αυτοί τιςπροτιμήσεις τους αναφορικά με ξένες χώρες, ξένες βιομηχανίες όπλων, και πάειλέγοντας – δεν απολαμβάνουν μια κάποιου είδους μαγική αυτονομία έναντι της επιρροήςτου ξένου παράγοντα. Εάν η Αριστερά επιθυμεί να ισχυροποιήσει τη βούληση τωνπολλών, θα πρέπει να διεκδικήσει την ενσωμάτωση των εξοπλιστικών θεμάτων στηνατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Δεν νοείται πλατύς εκδημοκρατισμός του κράτουςκαι του πολιτικού συστήματος που θα αφήνει απ’ έξω τη διαχείριση τωνδισεκατομμυρίων του αμυντικού προϋπολογισμού.

4) Οι εξοπλισμοί καθορίζουν τις αμυντικέςκαι εν πολλοίς στρατηγικές δυνατότητες μιας χώρας

Ο τέταρτος παράγοντας είναι και ο πιο ευνόητος, αλλά όχι λιγότεροσημαντικός για την Αριστερά. Και δεν είναι μόνο το θέμα της προστασίας τηςεδαφικής ακεραιότητας, που από την εποχή του ΕΑΜ έχει εγγραφεί στο DNA της εγχώριας ριζοσπαστικής παράδοσης και που προφανώςκαθορίζεται καίρια από την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων. Αποφάσεις πουυποσκάπτουν την άμυνα της χώρας όταν η Αριστερά είναι στην αντιπολίτευσηεπιδρούν καίρια στο στρατηγικό τοπίο μέσα στο οποίο θα κληθεί να κινηθεί ηΑριστερά ως κυβέρνηση. Η μη κάλυψη εξοπλιστικών αναγκών σημαίνει τη διαιώνισητων αναγκών αυτών στο μέλλον. Και η κάλυψη των αναγκών με εντελώς λάθος τρόπο,δηλαδή με πανάκριβα οπλικά συστήματα μηδενικής προστιθέμενης στρατηγικής αξίας,είναι ακόμα χειρότερη καθώς όχι μόνο αφήνει υπαρκτή την ανάγκη, αλλά κάνει και πιοδύσκολη και κοστοβόρα την κάλυψή της στο μέλλον, εφόσον το κάθε οπλικό σύστημαφέρνει από πίσω του την αντίστοιχη εκπαίδευση, τα αντίστοιχα ανταλλακτικά, τιςαντίστοιχες γραμμές συντήρησης, κλπ. Με άλλα λόγια, τη λάθος εξοπλιστικήεπιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης σήμερα τη «λούζεται» η οποιαδήποτε άλληκυβέρνηση αύριο.

Μήπως ψάχνετε μια περίπτωση που να συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά;Δεν έχετε παρά να κοιτάξετε τις MMSC, τις αμερικανικέςφρεγάτες που σπεύδει να αγοράσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη κόντρα στις απαιτήσειςτης πανδημίας και της οικονομικής κρίσης (αύξηση κοινωνικών και παραγωγικώνδαπανών), κόντρα στην αποτίμηση του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος από πλήθοςπαρατηρητών (από ακατάλληλο έως επικίνδυνο), κόντρα ακόμα και στις εκφρασμένεςανάγκες του ίδιου του Π.Ν. (για φρεγάτες αντιαεροπορικής άμυνας ή πολλαπλώνρόλων και όχι για πλοία των οποίων ο οπλισμός παραπέμπει σε ενισχυμένη πυραυλάκατο).

Οικονομική σημασία της διαφαινόμενης παραγγελίας; Το ύψος της επικείμενηςαγοράς ξεπερνά τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ με την προσθήκη της δαπάνης γιααγορά σκαφών «ενδιάμεσης λύσης» και τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ 200φτάνουμε στα 5 δισεκατομμύρια ευρώ! Σημασία για την εθνική ανεξαρτησία; Η απόφασηείναι μια άνευ προηγουμένου πράξη υποτέλειας στις ΗΠΑ υπό το βάρος τωνασφυκτικών πιέσεων που ασκούνται προς την Ελλάδα για να προβεί στη συγκεκριμένηαγορά. Σημασία για τη δημοκρατία; Η απόφαση λαμβάνεται εν κρυπτώ, δίχως οιπολίτες να μπορούν να εκφράσουν τη γνώμη τους κατά πόσο η προτεραιότητα αυτή τηστιγμή θα έπρεπε να είναι η αγορά νέων φρεγατών εν μέσω δεκάδων θανάτωνημερησίως από COVID και γιγάντωσης τηςύφεσης. Στρατηγική σημασία; Η αγορά των φρεγατών θα καθορίσει το βασικό πλοίοεπιφανείας του Π.Ν για τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, και άρα θα καθορίσειουσιαστικά και τις δυνατότητες του κρίσιμου αυτού όπλου – ή για την ακρίβεια,την ανυπαρξία δυνατοτήτων, εφόσον η κυβέρνηση προβεί στη συγκεκριμένη αγορά.

Αν δεν μιλήσει τώρα η Αριστερά για την τρομακτική σπατάλη άνω των 4δισεκατομμυρίων ευρώ, πότε θα μιλήσει; Όταν οι νεκροί από την πανδημία θαμετριούνται στις πολλές χιλιάδες; Όταν τα δημόσια συστήματα υγείας και παιδείαςθα έχουν βουλιάξει ανεπανόρθωτα ενώ μπορούν να ενισχυθούν σήμερα με τους πόρουςπου πρόκειται να δοθούν για ελαττωματικά και ακατάλληλα πλοία; Όταν οιπαραγωγικές υποδομές της χώρας, στερημένες από παραγωγικές επενδύσεις, θα έχουνπλέον εξαλειφθεί μια και καλή στον βωμό του εξοπλιστικού παρασιτισμού; Όταν οιδυνατότητες του Π.Ν. θα έχουν υποθηκευτεί για τα επόμενα 20-30 χρόνια;

Η πρόθεση της αγοράς των φρεγατών από την ελληνική κυβέρνηση μάς φέρνει στοσημείο χωρίς επιστροφή. Ο παραλογισμός των 4+ δισ. για την αγορά ακατάλληλωνόπλων κινδυνεύει να παρασύρει στο διάβα του την οικονομία, τις κοινωνικέςυπηρεσίες και την ίδια την άμυνα της χώρας. Αν η Αριστερά συνεχίσει να σιωπά, ανδεν αναγάγει τις MMSC σε μείζον πολιτικόζήτημα, αν δεν διεκδικήσει τη βέλτιστη σχέση τιμής-απόδοσης για την ενίσχυσητου στόλου και των ενόπλων δυνάμεων, αν δεν απαιτήσει άλλες χρηματοδοτικέςπροτεραιότητες για την κάλυψη άλλων κοινωνικών αναγκών, τότε ο παραλογισμόςαυτός ίσως παρασύρει και την ίδια, βαθύτερα, μέσα στην έλλειψη συνάφειας στηνοποία έχει εδώ και καιρό παγιδευτεί.