30 November 2009

"Οι Διεθνείς Σχέσεις στρατεύτηκαν στον αγώνα κατά του Μαρξισμού" - Μια συνέντευξη με τον Κέις βαν ντερ Πέιλ

 
 
Κέις βαν ντερ Πέιλ:
«Οι Διεθνείς Σχέσεις στρατεύτηκαν στον αγώνα κατά του Μαρξισμού»
 
Ο Κέις βαν ντερ Πέιλ (Kees van der Pijl) είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ, με πλούσιο έργο στη μελέτη της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του “Nomads, Empires, States”, ενώ κλασική παραμένει η μελέτη του “Transnational classes and International Relations”. Καλεσμένος του Πανεπιστημίου Πειραιά και του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, ο Ολλανδός διεθνολόγος θα μιλήσει την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου στη διεθνή ημερίδα για την οικονομική κρίση, προς τιμήν του πρόωρα χαμένου θεωρητικού Πήτερ Γκόουαν (Peter Gowan).
 
 
Τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε “Ενθέματα”, Η Αυγή της Κυριακής, 29 Νοεμβρίου 2009).
 
Στην Ελλάδα, η επιστημονική συζήτηση στη θεωρία Διεθνών Σχέσεων είναι παγιδευμένη στο παρωχημένο δίπολο «ρεαλισμός/ιδεαλισμός». Ποιο είναι σήμερα το θεμελιώδες πρόβλημα στη θεωρία Διεθνών Σχέσεων;
 
Οι Διεθνείς Σχέσεις είναι ο πιο καθυστερημένος κλάδος των κοινωνικών επιστημών και μπορεί να επανέρθει μόνο με τη μορφή της Παγκόσμιας Πολιτικής Οικονομίας. Συνεπώς, απαιτείται μια συνολική επαναφορά των άλλων κλάδων που διαχωρίστηκαν από τα Οικονομικά όταν αυτά «απολυμάνθηκαν» για να υπηρετήσουν τον αγώνα κατά του Μαρξισμού στα τέλη του 19ου αιώνα. Το δικό μου έργο ερευνά το τι είναι κοινωνικά ουσιαστικό στις σχέσεις ανάμεσα σε κοινότητες που καταλαμβάνουν ξεχωριστούς χώρους και θεωρούν τους άλλους ως παρείσακτους. Το φαινόμενο αυτό ιστορικά ανάγεται στις πρώτες συναντήσεις των περιπλανώμενων ανθρώπινων ομάδων, και υπό αυτήν την έννοια το «ξένο», το «εξωτερικό» είναι τόσο παλιό όσο και η ανθρωπότητα, και όχι κάτι που προέκυψε από την Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648. Ο ιδεαλισμός και ο ρεαλισμός είναι κλάδοι του ίδιου δέντρου, που φυτεύτηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και οι Διεθνείς Σχέσεις έπρεπε να στρατευτούν στον αγώνα εναντίον του Μαρξισμού, που τότε βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του.
Σήμερα παρατηρούμε τα όρια της καπιταλιστικής επέκτασης και της επέκτασης της Δύσης. Αυτή η επέκταση έχει λάβει τη μορφή μιας διευρυμένης αναπαραγωγής του έθνους-κράτους, γεγονός παράδοξο δεδομένου ότι η αγγλόφωνη Δύση είναι η ίδια μετά-εθνική. Αυτό έχει καταστροφικές συνέπειες καθώς τα κρατικά σύνορα επιβλήθηκαν κατά μήκος του χώρου ζωής προ-εθνικών και προ-νεωτερικών κοινωνικών σχηματισμών, προκαλώντας μετακινήσεις πληθυσμών, δημιουργώντας «μειονότητες». Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται σε κρίση σήμερα, καθώς κανένα κράτος στον κόσμο δεν συμπίπτει πλέον με ένα έθνος.
Ο τίτλος ενός πρόσφατου βιβλίου σας είναι Παγκόσμιοι Ανταγωνισμοί: Από τον Ψυχρό Πόλεμο στο Ιράκ (Global Rivalries: From the Cold War to Iraq). Είναι τελικά η διεθνής αναρχία και ο πόλεμος το πιθανότερο μελλοντικό σενάριο;
Το βιβλίο αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια να συνδυάσω την εργασία μου στις υπερεθνικές τάξεις με τις φυγόκεντρες επιδράσεις του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, και να υπογραμμίσω πώς η Δύση έχει επεκταθεί σε όλο τον πλανήτη ενσωματώνοντας τους αμφισβητίες, ή αυτό που ονομάζω «κράτη-ανταγωνιστές», χωρίς όμως να είναι σε θέση να τα ενσωματώσει εντελώς σε ένα φιλελεύθερο σύμπαν. Στην πραγματικότητα, είναι ολοένα και λιγότερο ικανή να το κάνει αυτό. Έτσι, βλέπεις μια μεταστροφή προς τον περιφερισμό, με τη Ρωσία και την Κίνα να αντιστέκονται στη Δύση παρόλο που έχουν επιτρέψει την εξάπλωση μορφών του καπιταλισμού στις χώρες τους. Αυτό που συμβαίνει στη Λατινική Αμερική είναι ιστορικής σημασίας. Το πραξικόπημα στην Ονδούρα που σε άλλες εποχές θα ήταν μια στρατιωτική επέμβαση ρουτίνας εναντίον της Αριστεράς, υποστηριζόμενη – αν όχι οργανωμένη – από τις ΗΠΑ, αυτή τη φορά έπρεπε να εξουδετερωθεί. Το εναλλακτικό σχέδιο στη Δυτική ηγεμονία και κυριαρχία θα προέλθει από μια αδρή ισορροπία ανάμεσα στα κοινωνικά μοντέλα που αντιπροσωπεύουν οι διάφοροι περιφερειακοί σχηματισμοί, μοντέλα τα οποία όμως τείνουν να είναι αυταρχικά. Η δημοκρατία σπανίζει στις μέρες μας, και η κρίση της πολιτικής απειλεί να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα κενά.
Ένα κομμάτι της ελληνικής Αριστεράς στέκεται υπέρ μιας αυτόνομης Ευρώπης, ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ. Είναι αυτός ο στόχος εφικτός; Επιθυμητός;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αρκετά μεγάλη ώστε να οργανώσει το δικό της ρόλο στον κόσμο, αλλά το πρόβλημα έγκειται στο ότι είναι βαθιά διχασμένη. Η Βρετανία και η Ιταλία του Μπερλουσκόνι καθώς και τα νέα κράτη-μέλη του πρώην Σοβιετικού μπλοκ επιθυμούν στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία αναπόφευκτα θα κυριαρχήσει στην ήπειρο, ενώ η Γαλλία με τη Ρωσία θα επιστρέψουν ξανά σε θέσεις εν μέρει συμπληρωματικές και εν μέρει ανασχετικές προς τη Γερμανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει την αξιοπιστία της υποστηρίζοντας τυφλά τον νεοφιλελευθερισμό σε βαθμό όμοιο μόνο μ’ αυτόν της Βρετανίας. Επίσης, η οικοδόμηση μιας Ευρωπαϊκής στρατιωτικο-βιομηχανικής ικανότητας είναι ανησυχητική, επειδή δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο το τι θα υπηρετήσει, πέρα από τη γενικότερη τάση εφαρμογής στρατιωτικών λύσεων. Είμαστε μάρτυρες μιας αυξανόμενης αστάθειας, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Ευρώπης, η οποία προκαλείται από την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Ο τεράστιος στρατιωτικός μηχανισμός που τίθεται σε εφαρμογή σκοπό έχει τον έλεγχο αυτής της περιφέρειας και την επαναβεβαίωση της εξουσίας του κέντρου.
Στη Βρετανία υπήρξατε ένας από τους δριμύτερους επικριτές της εισβολής στο Ιράκ. Γιατί έγινε τελικά αυτός ο πόλεμος;
Θα έλεγα ότι ο πόλεμος στο Ιράκ υπήρξε μια έσχατη προσπάθεια προώθησης του Δυτικού φιλελευθερισμού, παράλληλα με τη διατήρηση της επέκτασης του καπιταλισμού. Σ’ αυτή την προσπάθεια παίχτηκε το τελευταίο χαρτί, το τελευταίο συγκριτικό πλεονέκτημα: η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι δευτερεύοντες στόχοι (πολιτική πετρελαίου και αγωγών, αποκλεισμός της Ρωσίας, άσκηση πίεσης στην Ε.Ε., υπεράσπιση των στρατιωτικο-βιομηχανικών συμφερόντων, στήριξη της συνεχιζόμενης Ισραηλινής αποικιοποίησης της Παλαιστίνης) προκύπτουν από αυτό το βασικό στοιχείο.
Έχετε αναφερθεί στον Νίκο Πουλαντζά ως έναν από τους θεωρητικούς που επηρέασαν το έργο σας. Με ποιο τρόπο συνέβη αυτό;
 
Ο Πουλαντζάς ήταν σε μεγάλο βαθμό ένας δομικός Μαρξιστής και κάποιες πτυχές του έργου του χαρακτηρίζονται από οικονομισμό. Ακόμα και έτσι όμως, η εργασία του πάνω στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και το έθνος-κράτος είναι ένα κείμενο στο οποίο επιστρέφω ξανά και ξανά, ενώ εξίσου ενδιαφέροντα θεωρώ τα γραπτά του για το Δίκαιο. Αυτό που είδε ο Πουλαντζάς ήταν ότι το κεφάλαιο, καθώς διαπερνά μια εθνική οικονομία, αποδιοργανώνει την κοινωνική συνοχή της και υποτάσσει την άρχουσα τάξη της χώρας στα δικά του σχέδια. Στο έργο μου, αρχίζοντας από το βιβλίο Ο Σχηματισμός μιας Ατλαντικής Άρχουσας Τάξης (The Making of an Atlantic Ruling Class), χρησιμοποίησα αυτό το σχήμα εφαρμόζοντάς το στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών. Και η αμερικάνικη κοινωνία βρίσκεται εξίσου σε μια διαδικασία αποσάθρωσης ως αποτέλεσμα της κίνησης του κεφαλαίου στις παγκόσμιες αγορές. Συνεπώς, δεν πρόκειται για μια διαδικασία μονόδρομης επέκτασης των ΗΠΑ. προς την Ευρώπη, αλλά για μια υπερεθνική ταξική «επενέργεια» (όπως θα έλεγε ο Πουλαντζάς) στην οποία ο ρόλος των ΗΠΑ. είναι κυρίαρχος αλλά όχι ποιοτικά διαφορετικός από εκείνον των ευρωπαϊκών χωρών.
Γενικότερα, υπάρχουν συγκεκριμένες πτυχές της Μαρξιστικής θεωρίας που διατηρούν τη σημασία τους για την ανάλυση των διεθνών σχέσεων σήμερα;
Καταρχήν, αυτό που παραμένει επίκαιρο σήμερα είναι η Μαρξιστική μέθοδος – η ιδέα ότι η κοινωνία εξελίσσεται πάντα μέσα από την αντίφαση και η αντίληψη της ανακολουθίας ανάμεσα σε αυτό που μας λένε ότι συμβαίνει και αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Αυτή η μέθοδος έχει εφαρμοστεί στην οικονομία, αλλά πρέπει να επεκταθεί και σε άλλα πεδία, όχι όμως με τον τρόπο του Αλτουσσέρ και του Πουλαντζά – δημιουργώντας ξεχωριστούς «ορόφους» πάνω από την οικονομία οι οποίοι είναι προσιτοί με έναν ανελκυστήρα ο οποίος ξεκινά από το ισόγειο (την οικονομία) – αλλά με τον τρόπο της ανάλυσης των κοινωνικών συγκρούσεων με όρους εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης.
Ο κοινός παρονομαστής ολόκληρης της μαρξιστικής κριτικής είναι η διασύνδεση με τους πρακτικούς αγώνες. Ένας παλιός μαθητής μου, ο Γιερούν Μερκ, συμμετέχει στην εκστρατεία για έναν Ασιατικό Κατώτατο Μισθό και στην καμπάνια «Καθαρά Ρούχα» κατά της υπερ-εκμετάλλευσης των Ασιατών εργατών κλωστοϋφαντουργίας. Ο Γιερούν έχει αναλύσει αυτές τις παραγωγικές αλυσίδες και το ρόλο που παίζει στην οργάνωσή τους μια διευθυντική τάξη που απασχολείται στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Παρακολουθώ στενά αυτές τις εκστρατείες, γιατί θεωρώ ότι σ’ αυτό συνίσταται ο ρόλος του Μαρξισμού. Χαζεύουμε ένα ωραίο ζευγάρι αθλητικών παπουτσιών, αλλά πίσω τους βρίσκεται ένας κόσμος φτώχιας και εκμετάλλευσης που μπορεί να αλλάξει.

"Το παλιό πεθαίνει αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί" - Συνέντευξη με τον διεθνολόγο Κέις βαν ντερ Πέιλ

 
 
Κέις βαν ντερ Πέιλ:
«Το παλιό πεθαίνει αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί»
Μια συζήτηση με τον κορυφαίο εν ζωή Μαρξιστή διεθνολόγο
 
τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Η Εποχή”, 29 Νοεμβρίου 2009).
 
Στα πλαίσια της διεθνούς ημερίδας για την οικονομική κρίση και τον Μαρξισμό που συν-διοργανώνουν το Βιβλιοπωλείο Θυμέλη και η Επιθεώρηση Journal of Balkan and Near Eastern Studies την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου, βρίσκεται στη χώρα μας ο διεθνολόγος Κέις βαν ντερ Πέιλ (Kees van der Pijl). Ο Ολλανδός θεωρητικός είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ, έχοντας συνδέσει το όνομά του με τη μελέτη του σχηματισμού μιας υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης, τις υπερ-ατλαντικές σχέσεις, και τη δομή της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας.
Στην Αθήνα θα μιλήσετε σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στη μνήμη του Πήτερ Γκόουαν (Peter Gowan). Ποια υπήρξε η συνεισφορά του στην ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας;
Πάντα θεωρούσα τον Πήτερ Γκόουαν έναν άνθρωπο πρόσχαρο και γενναιόδωρο. Ο Πήτερ είχε ευρύτατα ενδιαφέροντα, και μια μοναδική ικανότητα να καλύπτει τα πιο ποικίλα γνωστικά πεδία. Έγραψε, για παράδειγμα, μελέτες πάνω στην ιστορία των Άγγλων δημοσίων υπαλλήλων και του ταξικού προφίλ τους, αλλά και πάνω στην παγκόσμια πολιτική και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το βιβλίο του Ο Παγκόσμιος Τζόγος (The Global Gamble) είναι το έργο του που με εντυπωσίασε περισσότερο. Με αυτό εισχώρησε στην ουσία των πραγμάτων κάνοντας λόγο για «τζόγο», έναν τζόγο που πλέον όλοι ξέρουμε ότι χρεοκόπησε. Επίσης, στο βιβλίο αυτό εστίασε στα πρόσφατα ανακτημένα εδάφη της Ανατολικής Ευρώπης, όπου αυτόν τον τζόγο τον είχαν εγγυηθεί ευρείες πλειοψηφίες και πρόθυμες ελίτ που τώρα πληρώνουν το τίμημα. Με γεμίζει βαθιά λύπη το γεγονός ότι στο πρόσωπο του Πήτερ Γκόουαν χάσαμε έναν άνθρωπο των δικών του ικανοτήτων σε μια τόσο νεαρή ηλικία.
Στο δικό σας έργο, ισχυρίζεστε ότι η τρέχουσα παγκόσμια κρίση δεν είναι μόνο χρηματοπιστωτική, αλλά εμπεριέχει και την κρίση του έθνους-κράτους καθώς και την κρίση των κοινωνικών και φυσικών πόρων που είναι αναγκαίοι για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Ποιες είναι οι πηγές αυτής της πολύπλευρης κρίσης;
 
Με τη χρηματοπιστωτική κρίση έχουμε να κάνουμε με ένα κυκλικό φαινόμενο, ακόμα κι αν αυτή εξελιχθεί στη «Μεγάλη Ύφεση» για την οποία μερικοί κάνουν λόγο. Εάν οι κυβερνήσεις ήταν συλλογικά διατεθειμένες να θεσπίσουν έναν νόμο αντίστοιχο του Νόμου Γκλας-Στίγκαλ που θεσπίστηκε το 1933 στις ΗΠΑ, διαχωρίζοντας τις καταθέσεις από την επενδυτική τραπεζική, τότε το πρόβλημα τεχνικά θα λυνόταν. Βεβαίως, απαιτείται ο αποκλεισμός της δυνατότητας παράκαμψης μιας τέτοιας νομοθεσίας μέσω της παράκτιας μεταφοράς (στην περίπτωση των ΗΠΑ, στο Σίτυ του Λονδίνου). Ο λόγος που κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει είναι επειδή οι επενδυτικοί τραπεζίτες δεν είναι διατεθειμένοι να παραιτηθούν της στήριξης που απολαμβάνουν από το σύνολο των καταθέσεων με τις οποίες παίζουν στις διεθνείς αγορές, και από τις οποίες κερδίζουν – μόνο στη Βρετανία – 8,5 δισεκατομμύρια λίρες στερλίνες με το να μην πληρώνουν επιτόκιο. Φαντάσου τι κέρδη μπορούν να δημιουργηθούν τζογάροντας τρισεκατομμύρια σε παγκόσμια κλίμακα. Το τραπεζικό κεφάλαιο πλέον έχει λάβει άλλες μορφές και έχει αιχμαλωτίσει την πολιτική σκηνή, πολύ περισσότερο από τη δεκαετία του ’30.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, θεωρώ ότι η κρίση φέρνει στην επιφάνεια τα εγγενή όρια της πειθαρχίας της καπιταλιστικής αγοράς, η οποία επιτέλεσε τον ιστορικό της ρόλο αυξάνοντας το επίπεδο ελέγχου που μπορούμε να ασκήσουμε πάνω στους εαυτούς μας και στο περιβάλλον μας. Τώρα πρέπει να αντικατασταθεί από νέες κοινωνικές μορφές. Δυστυχώς, αυτό που περιέγραψε ο Γκράμσι το ’30 ίσως ισχύει και σήμερα: το παλιό πεθαίνει αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Εντωμεταξύ, θα γίνουμε μάρτυρες πολλών νοσηρών φαινομένων. Αυτή τη φορά, αυτά τα φαινόμενα ίσως περιλαμβάνουν την ξενοφοβία, το νέο-φασισμό και το ρατσισμό, με τα οποία φλερτάρουν ανοιχτά οι κυβερνήσεις μας – απλά σκέψου πώς η ατέλειωτη επανάληψη φράσεων όπως «Ισλαμική τρομοκρατία» δηλητηριάζει τη δημόσια σφαίρα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Εφόσον πολλοί άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι σε μορφές ακραίας απορρύθμισης και κατάρρευσης της κοινωνικής προστασίας, το να βρίσκουν αποδιοπομπαίους τράγους είναι ένας εμφανής τρόπος για να απελευθερώνουν την αγωνία και τη δυσαρέσκειά τους.
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση που εξαπολύθηκε από τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ (και προετοιμάστηκε από ανθρώπους όπως ο Χάγιεκ και ο Φρίντμαν στην Εταιρεία Μον Πελερέν, ο Ρούπερτ Μέρντοχ στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο, κλπ.) δεν έφερε μόνο το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο στην ηγετική θέση που απολαμβάνει σήμερα. Εκμεταλλεύτηκε την ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθεκτικότητα, τις παραγωγικές και αναπαραγωγικές κοινωνικές πρακτικές σε τέτοιο βαθμό που πλέον η κοινωνία δείχνει σημάδια εξάντλησης. Αυτό εκφράζεται στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών, αλλά επίσης – όπως συνέβη πρόσφατα στην ιδιωτικοποιημένη Φρανς Τελεκόμ – σε μια σειρά αυτοκτονιών μελών του εξειδικευμένου προσωπικού που δεν μπορεί πλέον να αντέξει την εργασιακή πίεση. Τέλος, αυτό που εξαντλείται είναι η περιβαλλοντική βάση στην οποία ακουμπά η κοινωνία, είτε μέσω της υπερ-εκμετάλλευσης, είτε μέσω της μόλυνσης.
Ένα από τα κύρια επιχειρήματα των Πράσινων κομμάτων είναι ότι η περιβαλλοντική καταστροφή έχει καταστήσει άτοπη τη διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς. Σε ποιο βαθμό είναι η τρέχουσα περιβαλλοντική κρίση αποτέλεσμα της καπιταλιστικής λογικής και πειθαρχίας;
 
Το σχήμα Αριστεράς-Δεξιάς απαιτεί σίγουρα έναν αναστοχασμό, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι η διάκριση ανάμεσα σε μια κοινωνία βασισμένη στην εισοδηματική ισότητα, την πολιτιστική πρόοδο και τον αλληλοσεβασμό, και σε μια κοινωνία που προάγει την ατομική υλική επιτυχία και τον σωβινισμό, έχει πάψει να υπάρχει. Αυτό που υποδηλώνουν τα όρια της καπιταλιστικής πειθαρχίας είναι ότι κάποια συγκεκριμένα στοιχεία συντηρητισμού πρέπει να ενταχθούν σε μια αριστερή παράδοση η οποία μετά τη δεκαετία του ’60 έτεινε ολοένα και περισσότερο να λειτουργεί ως βάση εκτόξευσης του νεοφιλελευθερισμού. Σκέψου την έντονη κατανάλωση, ή τη χρήση των «ψυχαγωγικών» ναρκωτικών. Στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό πρέπει να ασκηθεί κριτική, εν μέρει, μέσω μιας αυτοκριτικής προς το είδος του ηδονισμού που χαρακτήρισε το νεολαιίστικο κίνημα της δεκαετίας του ’60 και προσέφερε τη μαζική βάση για την εγκατάλειψη του πειθαρχημένου τρόπου ζωής της μικτής οικονομίας του ’50 (όπως συνέβη, καθυστερημένα, και στον κρατικό σοσιαλισμό της Ανατολικής Ευρώπης).
Η κρίση της βιόσφαιρας έχει επέλθει από το βάθεμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, συνοδευόμενη για καιρό από μια προσπάθεια των κρατικο-σοσιαλιστικών καθεστώτων να τη συναγωνιστούν. Σήμερα, η καλλιεργήσιμη γη μετατρέπεται ώστε να επιτρέπει στην καπιταλιστική αγρο-βιομηχανία να πλουτίζει με ρυθμούς-ρεκόρ (στο Μπαγκλαντές, για παράδειγμα, οι ορυζώνες πλημμυρίζουν με θαλασσινό νερό ώστε να εκτρέφονται γαρίδες). Αποτέλεσμα αυτής της εκμετάλλευσης είναι η φυγή των ανθρώπων προς την πόλη (ο μισός και πλέον πληθυσμός του πλανήτη ζει πλέον στις πόλεις). Όμως, καμία πόλη στον κόσμο δεν μπορεί να σιτίσει τον πληθυσμό της, και άρα οι πιέσεις για μια ακόμα εντονότερη εκμετάλλευση της γης αυξάνονται. Παρά την ύπαρξη κάποιων τοπικών πρωτοβουλιών, αυτή η υπερ-εκμετάλλευση της γης οργανώνεται συνήθως από τις γιγαντιαίες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, οδηγώντας ακόμα περισσότερο κόσμο στις πόλεις.
Παρά τη διττή κρίση του καπιταλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, η ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη φαίνεται ανίκανη να ωφεληθεί πολιτικά απ’ αυτή την κρίση και να αρθρώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση. Γιατί συμβαίνει αυτό, και τι πρέπει να συμπεριλάβει μια αριστερή στρατηγική σήμερα;
 
Η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε κρίση γιατί, μετά από κάποιους αρχικούς δισταγμούς, συνυπέγραψε το νεοφιλελευθερισμό και τους μύθους με τους οποίους υποστηρίζεται. Πλέον, η σοσιαλδημοκρατία έχει χάσει κάθε αξιοπιστία. Όμως, η ριζοσπαστική Αριστερά αναδύθηκε ιστορικά ως κίνημα στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας, συνεπώς και η δική της νομιμοποίηση έχει πληγεί – ακόμα και πέρα από περιπτώσεις πλήρους μεταστροφής υπέρ του νεοφιλελευθερισμού, όπως η περίπτωση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η Αριστερά υπήρξε κομμάτι μιας τάσης που χαρακτήρισε έναν ολόκληρο πολιτισμό σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, της αισιοδοξίας στα τέλη του 19ου αιώνα ότι ο ηλεκτρισμός, το μεγαλύτερο προσδοκώμενο όριο ζωής κλπ. θα ήταν προάγγελοι μιας νέας εποχής – μιας αισιοδοξίας που εκφράστηκε και στην καλλιτεχνική πρωτοπορία στη ζωγραφική και τη μουσική, και με πολλούς άλλους τρόπους.
Η Αριστερά υπήρξε επίσης μια γεννήτρια της διανόησης, με δημόσιες συζητήσεις που ξεπέρασαν τα εθνικά σύνορα. Όμως, διχάστηκε ως προς το ζήτημα του πολέμου, και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος θρυμμάτισε την ουτοπική διάθεση εντελώς, κάνοντας στάχτη στα χαρακώματα κάθε ελπίδα μιας νέας Ευρώπης και ενός νέου κόσμου. Όταν η Ρώσικη Επανάσταση περιορίστηκε σε ότι είχε απομείνει από την αυτοκρατορία του Τσάρου και ο φασισμός ξαμολήθηκε εναντίον του κομμουνισμού παντού, η Αριστερά κατέπεσε στον Σταλινισμό ή σε θραύσματα όπως ο Τροτσκισμός, ο Μαοϊσμός κλπ. Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια ταξική ανάλυση που να συμπληρώνει τα πολλά κενά στην κληρονομιά του ιστορικού υλισμού. Νομίζω ότι ο ρόλος των νέων μεσαίων τάξεων, των στελεχών, είναι ένα τέτοιο πεδίο, γιατί τα στελέχη είναι η τάξη που θα εκτελέσει τις απαιτούμενες αλλαγές σε συνθήκες κρίσης, όπως έκανε παλαιότερα στις δεκαετίες του ’30 και του ’70. Επίσης, και οι διεθνείς σχέσεις σχέσεις, από τις πρωταρχικές σχέσεις πολιτισμικά διαφορετικών κοινοτήτων μέχρι τον ιμπεριαλισμό, πρέπει να ερευνηθούν ξανά ως τέτοιες, χωρίς να ανάγονται στα οικονομικά.

01 November 2009

On Crisis, Marxism and IR - An interview with Professor Kees van der Pijl

 
“The old is dying but the new is not yet born”
 
An interview with Professor Kees van der Pijl
 
 
 
by Iraklis Oikonomou
(Published in two parts in Greek newspapers “Avgi” and “Epohi”)
 
Professor van der Pijl, in Athens you will be speaking at a workshop on the financial crisis, in memory of Peter Gowan. Who was, really, Gowan as a person and as a scholar? What was his contribution to our understanding of the world?
 
I only met Peter Gowan a few times at conferences and always found him a most congenial and generous person. Peter was a man of exceptional breadth of interests and an exceptional ability to cover the most diverse fields. He wrote for instance on the history of the English civil service and the class profile of it, but also on world politics and finance. My own feeling is that his Global Gamble is the work that most impressed me, because not only did he get to the heart of the matter by speaking of a ‘gamble’, of which we now all know that it was lost; he also focused on the newly re-conquered terrain of Eastern Europe where this gamble was underwritten by broad majorities and eager elites, who are now paying the price. It fills me with deep sadness that in Peter Gowan we lost a man of his abilities at such a young age.
 
In your own work, you argue that the current global crisis is not simply financial, but involves a crisis of the nation-state as well as a crisis of the social and natural resources that are necessary for capitalist reproduction. Where do you see the origins of this multi-faceted crisis?
 
As a financial crisis, even if it evolves into the ‘Great Recession’ that people speak of, we are still looking at something cyclical. If governments were collectively willing to reenact an equivalent to the 1933 Glass-Steagal Act in the US, separating deposit from investment banking, the problem would be solved technically speaking. At least if this time, the opportunities to evade such legislation by moving offshore  (in the US case,  the City of London) are foreclosed. That this is not happening is because the investment bankers are not willing to forego their reliance on the  mass of deposits with which they play international markets and on which (in the UK alone) £ 8.5 billion is earned annually solely by not paying the interest. So imagine what profits can be made with using the underlying principal of several trillions for speculation on a global scale.  Bank capital now has other forms and the political scene firmly in its grip, much more so than in the 1930s.
More fundamentally I see the crisis as bringing to the surface the inherent limits of capitalist market discipline, which has performed its historic role of raising the level of our control over ourselves and our environment. It must now give way to new social forms. Unfortunately, it may once again be the case, as Gramsci said of the 1930s, that the old is dying but the new is not yet born and that in the meantime we will be witnessing many morbid phenomena. This time that might apply to xenophobia, neo-fascism and racism, which governments are openly flirting with—just think of how the endless repetition of phrases like ‘Islamic terrorism’ poisons the public sphere and mutual trust. Since many people are exposed to forms of extreme dislocation and a breakdown of social protection, scapegoating is an obvious way to release anxieties and dissatisfaction. The neoliberal offensive launched by Reagan and Thatcher (and prepared by people like Hayek and Friedman in the Mont Pèlerin Society, Rupert Murdoch in the International Chamber of Commerce, and so on) has not only brought financial capital to the commanding position it now enjoys. It has also exploited human creativity and resilience, productive and reproductive social practices, brief, the inner fabric society, to such an extent that society shows signs of exhaustion. This is expressed in the breakdown of social bonds, but also, as recently in the privatized France Télécom, in a range of suicides among highly skilled staff who no longer can handle the work pressures. Finally, what it also being exhausted is the natural basis on which society rests—whether through actual overexploitation or through pollution.
 
One of the main arguments of the “Green” parties and movements, including the newly founded Green Party in Greece, is that environmental degradation has rendered the Left-Right distinction meaningless. To what extent is the current ecological crisis an outcome of capitalism’s logic and discipline?
 
The Left-Right schema certainly requires rethinking but I find it hard to believe that the distinction between a society organized around income equality, cultural advancement, and mutual respect, would no longer be distinguished from one that celebrates individual material success and chauvinism. What the limits of capitalist discipline imply is certain elements of conservatism must be incorporated into a Left tradition that after the 1960s tended to function more and more as a launch-pad for neoliberalism. Just think of intensive consumption or the use of recreational drugs. Neoliberal capitalism must be criticized partly by a self-critique of the sort of hedonism that characterized the 1960s youth movement and provided the mass base for a break with the highly  regimented lifestyle of the 1950s mixed economy (just as it did, belatedly, in Eastern European state socialism). The crisis of the biosphere has been brought about by deepening capitalist exploitation, long complemented by a state-socialist attempt to match it. Today, agricultural land is being converted to allow capitalist agribusiness to thrive at a record rate (in the way rice paddies in Bangladesh are inundated with seawater for shrimp culture, and so on); people as a result are driven into the cities (more than  half of the world’s population is now urban). But no city in the world can feed its population, so the pressures to exploit the land even more intensively increase as well. In spite of some exciting local initiatives, it is usually through large-scale capitalist business that this exploitation is organized, more people will be driven to the cities, and so on.
 
Despite the two-fold crisis of capitalism and social democracy, the radical Left in Europe seems unable to benefit politically from this crisis and provide a convincing alternative. Why is this so, and what should a left-wing strategy involve?
 
Social Democracy is in crisis because, after initial hesitations, it signed up to neoliberalism and the myths by which it is being advocated.  They have lost all credibility. But the radical Left historically emerged as a fringe movement of Social Democracy, so its legitimacy too has suffered—even apart from the actual conversion to neoliberalism as in the case of the Italian Communist Party. The Left was part of a tendency that characterized an entire civilization at a particular juncture—the optimism of the late 19th century that electricity and sanitation, longer life-spans etc. would usher in a new age –an optimism expressed also in avant-garde painting and music and in many other ways. The Left itself was also an intellectual powerhouse, with debates raging across borders. It split over the threat of war, and the First World War shattered the utopian mood entirely, burning up all the hopes of a new Europe and a new world in the trenches. When the Russian revolution was then confined to what remained of the Czar’s empire, and Fascism was unleashed against communism everywhere, the Left degenerated into Stalinism or fragments like Trotskyism, Maoism etc. What is needed today is a class analysis that fills in the many blank spots in the legacy of historical materialism. I think the role of the new middle classes, or ‘cadre’ is one such urgently needed field, because the cadre will be the class the executes the necessary changes in the crisis, as it did before in the 1930s and 1970s. Also foreign relations, from elementary relations of culturally different communities to imperialism, must be investigated in their own right and not reduced to economics.
 
You have been a fierce critic of the US-led war in Iraq. With the benefit of hindsight and in the light of the complete failure of the proclaimed US goals (WMD, terrorism, stability, etc), why did this war take place?
 
I would say, as a last-ditch attempt to keep the forward drive of Western liberalism in conjunction with keeping capitalism expanding, and playing the last competitive advantage—US military superiority—in the process. All the subsidiary aims (oil and pipeline politics, excluding Russia, forcing the EU in line, arms industry interests, support for the ongoing Israeli colonization of Palestine…) follow from this basic fact.
 
Much of your work has been dedicated to the study of transatlantic relations.  A part of the Greek Left has traditionally stood for an “autonomous Europe” that is independent from the US and speaks with one voice. Is this goal feasible and, indeed, desirable, in the light of Europe’s growing military arm?
 
The EU is large enough to organize its own role in the world, but the problem is that it is deeply divided too. Britain and Berlusconi’s Italy, and the new member states in the former Soviet bloc, all want close ties with the US; Germany inevitably will dominate the continent, France with Russia will again move into positions which are part- complementary with Germany, part meant to contain it. The EU itself has lost credibility by blindly advocating neoliberalism to a degree matched only by Britain (which itself is happy to opt out of the consequences—the Euro, notably).  The build-up of European military industrial capacity is worrying, because it is so unclear what this is meant to serve except adding to a general tendency to seek military solutions. What we are looking at is a growing instability, notably in the European periphery, caused by the application of neoliberal policies; for which there is then a massive military machinery in place (which in the future can only be expected to be actually fielded by Germany) to control them and reassert the authority of the centre.
 
The title of one of your recent books is “Global Rivalries: From the Cold War to Iraq”. Is anarchy and war the most plausible future scenario concerning relations between capitalist metropolises? If yes, why? Is there an alternative that you envision?
 
This was very much an attempt to combine my work on transnational classes with the centrifugal effects of geopolitical competition, and to highlight how the West has advanced across the globe by incorporating challengers, or what I call ‘contender states’ without being able to entirely incorporate them into a liberal universe. In fact, it is less and less capable of doing so. Hence you see a sort of reversal towards regionalism, with Russia and China resisting the West although they have allowed capitalist forms  to proliferate in their own countries. Also what is happening in Latin America is of world historic proportions. The coup in Salvador which would have been a routine military intervention against the Left, and hence eligible for US support if not engineered by Washington in the first place, this time had to be neutralized. The alternative to Western hegemony and domination will come from a rough balance between the social models represented by the different regional formations, which however tend to be authoritarian whether inspired by Left or Right ideas. Democracy is in short supply these days, and the crisis of politics that we are witnessing threatens to create further vacuums.
 
Debates about international relations theory in Greece seem to be still stuck in the “prehistoric” dichotomy of realism v. idealism. What is, according to you, the fundamental problem or question in contemporary international relations theory?
 
IR is the most backward social science discipline, and can only recover as Global Political Economy, that is, through a comprehensive bringing back of the other disciplines that were separated from economics when it was sanitized to serve against Marxism in the late 19th century. My own current work investigates what is socially substantive in the relations of communities occupying separate spaces and considering each other as outsiders. This goes back to the earliest encounters of roving human bands, and in that sense the ‘foreign’ is as old as historical humanity, not something that came about in the Westphalian peace of 1648. Idealism and realism are branches of one and the same tree, which was planted after World War I when IR too had to be enlisted in the struggle against Marxism, then at the height of its prestige. Today, we are seeing not only the limits of capitalist expansion, but also of the expansion of the West. This has taken the form, paradoxically given that the English-speaking West itself is ‘post’-national, of an extended reproduction of the national state. This has had devastating, indeed genocidal  consequences as state boundaries were imposed across the living spaces of pre-national, tribal and other pre-modern social formations, triggering population movements across borders, creating ‘minorities’ and so on. That too is in crisis today, because no state in the world is coincident with a nation any longer.
 
You have referred explicitly to Nicos Poulantzas as one of the theorists who influenced your own work. In what way did he do so?
 
Poulantzas is of course very much a structuralist Marxist, and also guilty of economism in many respects. Even so, his work on the internationalization of capital and the nation-state is a text that I come back to time and again, and also his writings on law I find intriguing. What Poulantzas saw was that capital, by penetrating a national economy, disorganizes its social cohesion. Effectively it subordinates the governing class of the country in question to its own designs. In my own work, beginning with the Making of an Atlantic Ruling Class, I used this by also applying it to the United States itself. The US too is a society in the process of disintegration as a result of the world market movement of capital, so it is not a one-sided US-to-Europe process of expansion, but a transnational class ‘effect’ (as Poulantzas would say) in which the American role is preponderant but not qualitatively different from that of European countries. 
More generally, are certain aspects of Marxist theory of any relevance to the analysis of international relations today?
First, what is relevant today is the Marxist method—the idea of society as always evolving through contradiction, the perceived inconsistency between what we are told is the case and what really happens. This has been applied to the economy, but it must also be expanded to other fields, not as Althusser and Poulantzas had it, by creating separate  floors above the economy which could be reached by an elevator that you enter on the ground floor (that of the economy), but by analyzing social conflicts in terms of exploitation and alienation. Gramsci’s writings are hugely important but of course he was not as broad as Marx. The bottom line of all Marxist critique and reflection is the connection with practical struggles, which is not the same as saying that everyone must be workers’ leader him/herself. A former Ph D student of mine, Jeroen Merk, is involved in the campaign for an Asian Floor Wage, a minimum wage that would limit the over-exploitation of Asian workers to supply cheap textiles and other goods to Western markets. Jeroen has analysed these product chains in terms of the role of a managerial cadre working for the large transnational companies organizing them. Now he is in a position to witness for himself, and for the Clean Clothes Campaign which combats abuses of textile workers across the globe, what can be done about it. I am following this closely, because in my view, this is what Marxism is ultimately about. We look at a nice pair of Nike athletic shoes, but behind that shoe is a world of misery and exploitation that can be changed.