09 December 2007

Η ανάγκη για μια κριτική πολιτική οικολογία - Μια συνέντευξη με τον Bob Jessop

 
 
Μπομπ Τζέσοπ:
«Η περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι αγκιστρωμένη στη λογική της καπιταλιστικής αναπαραγωγής»
τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Η Εποχή”, 9 Δεκεμβρίου 2007)
Ο Μπομπ Τζέσοπ, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ στη Βρετανία, έχει συνδέσει το όνομα του με μία σημαντική πτυχή αυτού που ονομάστηκε «Δυτικού Μαρξισμος»: το έργο του Νίκου Πουλαντζά. Το βιβλίο του Nicos Poulantzas: Marxist Theory and Political Strategy (Νίκος Πουλαντζάς: Μαρξιστική Θεωρία και Πολιτική Στρατηγική)θεωρείται κορυφαίο ερμηνευτικό εργαλείο για τη μελέτη και κατανόηση της συμβολής του Έλληνα πολιτικού φιλόσοφου στις σύγχρονες θεωρητικές επεξεργασίες για το σύγχρονο κράτος και την πολιτική εξουσία. Πέρα από αυτό το εμφανές ενδιαφέρον που παρουσιάζει το έργο του για το ελληνικό κοινό, ο καθηγητής Τζέσοπ έχει σημαδέψει τον πολιτικό και επιστημονικό διάλογο γύρω από τη φύση του αστικού κράτους, την πολιτική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τη σοσιαλιστική στρατηγική. Οι επεξεργασίες του, αποτυπωμένες σε πάνω από 10 βιβλία, 100 κεφάλαια βιβλίων και 70 επιστημονικά άρθρα, έχουν προσδώσει νέα ώθηση στη μαρξιστική θεωρία μέσα και έξω από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα.
Την περασμένη εβδομάδα ο Μπομπ Τζέσοπ βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς» (ΙΝΠ), για να μιλήσει στην πρώτη ετήσια διάλεξη που από φέτος καθιερώθηκε προς τιμήν του Έλληνα φιλόσοφου. Η διάλεξη, που διεξήχθη την Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είχε το εξής θέμα: «Πολιτική Οικονομία, Πολιτική Οικολογία και Δημοκρατικός Σοσιαλισμός». Η πρώτη ετήσια διάλεξη «Νίκος Πουλαντζάς» συμπίπτει με τον εορτασμό των δεκάχρονων του ΙΝΠ, που θα συμπεριλάβει και σειρά άλλων εκδηλώσεων. Στο πλαίσιο της επίσκεψης του στην Ελλάδα, ο καθηγητής Τζέσοπ μοιράστηκε μαζί μας τις απόψεις του για κάποια επίκαιρα ζητήματα.
—–
 
 
Το θέμα της διάλεξής σας στην Αθήνα είναι: «Πολιτική Οικονομία, Πολιτική Οικολογία και Δημοκρατικός Σοσιαλισμός. Ποια είναι η σύνδεση, εάν υπάρχει, μεταξύ της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος;
 
Η περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι βαθιά αγκιστρωμένη στη λογική της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, μια λογική προσανατολισμένη προς στο κέρδος και διαμεσολαβημένη από την αγορά. Αυτή η διασύνδεση καθίσταται εμφανέστερη με την επέκταση της καπιταλιστικής λογικής σε παγκόσμια κλίματα και την αδυναμία αποτελεσματικής αναχαίτισής της μέσω εναλλακτικών οικονομικών ή άλλων λογικών που εδραιώνονται πολιτικά, είτε σε εθνικό είτε σε υπερεθνικό επίπεδο. Αυτό το κατέδειξε και ο ίδιος ο Μαρξ στο έργο του πάνω στον μεταβολισμό της καπιταλιστικής συσσώρευσης, και στο πλαίσιο αυτό οι προβλέψεις του είναι βέβαιο ότι δεν διαψεύστηκαν από τις μεταγενέστερες εξελίξεις. Αλλά αυτή η διασύνδεση δεν είναι η μόνη πηγή περιβαλλοντικής υποβάθμισης, είτε αναφερόμαστε στο προ-καπιταλιστικό παρελθόν και την περίοδο του ανταγωνισμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κρατικό σοσιαλισμό, είτε στην τρέχουσα περίοδο όπου οι μετα-σοσιαλιστικές οικονομίες ενσωματώνονται για άλλη μια φορά στη λογική της παγκόσμιας αγοράς. Συνεπώς, θα ήταν ανόητο να σκεφτούμε ότι η κατάργηση του καπιταλισμού καθεαυτή θα φέρει το τέλος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ή ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει έως ότου επέλθει αυτή η κοινωνική μεταβολή.
Στο εσωτερικό της Αριστεράς στην Ελλάδα αλλά και αλλού διεξάγεται μια συζήτηση σχετικά με τη διάκριση μεταξύ φιλελεύθερης και ριζοσπαστικής οικολογίας. Θεωρείτε την υπέρβαση του καπιταλισμού ως μια αναγκαία προϋπόθεση της περιβαλλοντικής αειφορίας;
Απάντησα εν μέρει σε αυτό στην πρώτη ερώτηση. Αλλά υπάρχει και το ερώτημα του τι αντικαθιστά τον καπιταλισμό. Εάν η επιλογή είναι σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, τότε είναι εύκολο να φανταστούμε ότι η κατάβαση στη βαρβαρότητα μπορεί να παράγει ακόμα περισσότερη υποβάθμιση. Αυτό σημαίνει ότι η πάλη για εναλλακτικά προς τον καπιταλισμό μοντέλα πρέπει να στηρίζεται σε μία κριτική πολιτική οικολογία που ενδιαφέρεται όχι μόνο για την περιβαλλοντική αειφορία, αλλά και για το ευρύτερο ζήτημα της κοινωνικής αειφορίας.
Τι περιεχόμενο αποδίδετε στην έννοια του «δημοκρατικού σοσιαλισμού»;
 
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι μία συγκεκριμένη οικονομική, πολιτική και κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οικονομικά, αυτή η τάξη πραγμάτων είναι προσανατολισμένη προς τον υπεύθυνο, αποκεντρωμένο, συλλογικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και του ρόλου τους στην οικειοποίηση και το μετασχηματισμό της φύσης για κοινωνικούς σκοπούς. Πολιτικά, είναι προσανατολισμένη προς μια συλλογική δημοκρατία, βασισμένη στην ισορροπία ανάμεσα στην άμεση και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που διαχέεται προς διάφορα επίπεδα πολιτικής οργάνωσης. Και, κοινωνικά, είναι προσανατολισμένη προς τη μέγιστη εφικτή αλληλεγγύη μέσα σε μια κοινωνικά αειφόρο παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Η πραγμάτωση του δημοκρατικού σοσιαλισμού εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα θεσμικών σχεδιασμών, ιδιαίτερα σε σχέση με το ζήτημα των χωρικών και χρονικών οριζόντων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, και της δημιουργίας δημοκρατικών υποκειμένων ταγμένων στη διατήρηση μιας δημοκρατικής σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων. Η επιτυχής επίτευξη και μετέπειτα λειτουργία του δημοκρατικού σοσιαλισμού απαιτεί μια ιδιαίτερη στάση που αποκαλώ «ρομαντική δημόσια ειρωνεία», εκ μέρους όλων εκείνων που μετέχουν σε πολιτικές δραστηριότητες. Ως προς αυτό το σημείο, θα εκθέσω αναλυτικότερα τις απόψεις μου και στη διάλεξη.
Ποια μέσα θεωρείτε κατάλληλα ως προς την επιδίωξη του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ιδιαίτερα σε σχέση με το παλαιό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση»;
Μια γρήγορη απάντηση είναι ότι εγώ υποστηρίζω τον ριζοσπαστικό μεταρρύθμισμό. Αυτός περιλαμβάνει: τη συνεχή πίεση για μεταρρυθμίσεις που προωθούν την προοπτική του δημοκρατικού σοσιαλισμού, χωρίς όμως την πίστη σε μία απλή, γραμμική, μηχανιστική συσσώρευση μη αναστρέψιμων μεταρρυθμίσεων· την αποφασιστική παρέμβαση σε κατάλληλες συγκυρίες για την επίτευξη ουσιαστικών μεταβολών, όχι μόνο στην ισορροπία δυνάμεων αλλά και στους θεσμικούς μηχανισμούς μέσα στους οποίους και μέσω των οποίων εξασκείται η οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική εξουσία· και την πάλη για ένα μακροπρόθεσμο ηγεμονικό όραμα που συνδυάζει την περιβαλλοντική, την οικονομική και την κοινωνική αειφορία μέσα στο πλαίσιο της μέγιστης δυνατής αλληλεγγύης.
Περνώντας στο ευρωπαϊκό πεδίο, παρά τη συζήτηση περί παγκοσμιοποίησης, η εξουσία του εθνικού κράτους παραμένει βασικός άξονας της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Που οφείλεται η συνεχιζόμενη σημασία του εθνικού κράτους σε αυτό το πεδίο;
Το εθνικό εδαφικό κράτος παραμένει ένας κρίσιμος αποδέκτης κάθε είδους αιτημάτων, ανεξάρτητα από το άν το ίδιο το κράτος συνιστά πρώτη, ενδιάμεση ή έσχατη διέξοδο αυτών των αιτημάτων. Το κράτος διαθέτει συγκεκριμένες, καίριες δυνατότητες για δράση που δεν είναι διαθέσιμες σε κανέναν άλλον οργανισμό, όπως η φορολογία και η κατασταλτική και νομοθετική ισχύς. Βασική πτυχή της πολιτικής νομιμοποίησης του κράτους είναι το γεγονός ότι το ίδιο συνεχίζει να θέτει το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής μέσα σε διαιρεμένους κοινωνικούς σχηματισμούς. Δεδομένου του αυξανόμενου κατατεμαχισμού και της αποσταθεροποίησης των πληθυσμών στα εθνικά εδάφη, καθώς και της αυξανόμενης αποδιοργάνωσης του εθνικού οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού χώρου από «εξωτερικές» δυνάμεις, το εθνικό εδαφικό κράτος είναι σήμερα αναντικατάστατο, όχι μόνο στο συλλογικό πολιτικό φαντασιακό αλλά και με πραγματικούς πολιτικούς όρους. Επιπλέον, προσδοκάται από τα εθνικά κράτη να προστατεύσουν τα «εθνικά-λαϊκά» και άλλα «εθνικά» συμφέροντα κατά τη δημιουργία και εκτέλεση διεθνικών και υπερεθνικών διαπραγματεύσεων και καθεστώτων, όσο μειωμένος στην πραγματικότητα και αν είναι αυτός ο ρόλος για κάποια εθνικά κράτη.
Και μια τελευταία ερώτηση: Παρά την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ευρώπη δεν φαίνονται ικανά να απορροφήσουν τις κοινωνικές δυνάμεις που παραδοσιακά έχουν συνδεθεί με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Που αποδίδετε εσείς το γεγονός αυτό, και ποιες στρατηγικές θεωρείτε καταλληλότερες για την ενδυνάμωση της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ευρώπη;
Καθώς ο καπιταλισμός και τα καπιταλιστικά κοινωνικά μορφώματα αλλάζουν, είναι σημαντικό να διατηρήσουμε τη – μέσα από δυσκολίες κερδισμένη –  γνώση σχετικά με τη συνολική λογική του καπιταλισμού και να αναγνωρίσουμε τους τρόπους με τους οποίους μεταβάλλεται αυτή η λογική και οι συνέπειές της. Στην τρέχουσα περίοδο, είναι πάνω απ’ όλα απαραίτητο να περάσουμε από την κριτική της πολιτικής οικονομίας στην κριτική πολιτική οικολογία και να εκφράσουμε τις εύλογες ανησυχίες μιας ευρείας ποικιλίας κοινωνικών κινημάτων που έχουν αναπτυχθεί πέρα από την πολιτική της παραδοσιακής ριζοσπαστικής αριστεράς. Από μια Πουλαντζιανή οπτική, το ζήτημα αυτό εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σε σχέση με οργανωτικούς και θεσμικούς σχεδιασμούς, την επέκταση του πεδίου πολιτικής διαβούλευσης, και τις κατάλληλες μορφές πολιτικής συνεργασίας. Δεν υπάρχει μία φόρμουλα για όλους τους στόχους. Αυτό που απαιτείται είναι να προσδιοριστούν καθαρά τα κυριότερα μέτωπα ανταγωνισμού και να δοθεί προσοχή σε αυτό που πάντα θα αποτελεί μια ασταθή συμβιβαστική ισορροπία μέσα στο πεδίο των πολιτικών δυνάμεων. Δεδομένης της πολυπλοκότητας των καθηκόντων που αντιμετωπίζει η ριζοσπαστική αριστερά στην προώθηση του ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών δυνατοτήτων καθίσταται απαραίτητο (αναγκαία ποικιλομορφία). Εξίσου απαραίτητοι είναι οι χώροι για την προσέγγιση της συλλογικής σοφίας που περικλείεται σε διάφορες μορφές κινημάτων και οργανώσεων. Αυτό το ζήτημα γεννά διλήμματα που ορθά παραθέτει ο Πουλαντζάς στο τελευταίο βιβλίο του, Κράτος, Εξουσία, Σοσιαλισμός και που παραμένουν ως επί το πλείστον άλυτα έως σήμερα.

02 December 2007

"Είναι δυνατή η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό από ένα μόνο κράτος" - Συνέντευξη με τον Bob Jessop

Μπομπ Τζέσοπ:
«Είναι δυνατή η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό από ένα μόνο κράτος»
 
τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε “Ενθέματα”, Η Κυριακάτικη Αυγή, 2 Δεκεμβρίου 2007)
 
Ο Μπομπ Τζέσοπ, ο γνωστός καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ στη Βρετανία, έρχεται στην Αθήνα, καλεσμένος του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς». Θα μιλήσει στην πρώτη ετήσια διάλεξη «Νίκος Πουλαντζάς» με θέμα: «Πολιτική Οικολογία, Πολιτική Οικονομία και Δημοκρατικός Σοσιαλισμός». Η εκδήλωση θα διεξαχθεί την Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου και ώρα 18.30, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα), στα πλαίσια του εορτασμού των δεκάχρονων από την ίδρυση του Ινστιτούτου.
Ο Τζέσοπ έχει σημαδέψει με τις αναλύσεις του την κατεύθυνση της ριζοσπαστικής πολιτικής σκέψης τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η πολιτική οικονομία και η θεωρία του κράτους έχουν αποτελέσει κομβικά πεδία των ερευνητικών ενασχολήσεων του. Ο ίδιος δηλώνει υπερήφανος για το βιβλίο του πάνω στο έργο του Νίκου Πουλαντζά, Νίκος Πουλαντζάς: Μαρξιστική Θεωρία και Πολιτική Στρατηγική (Nicos Poulantzas: Marxist Theory and Political Strategy), 22 χρόνια μετά τη συγγραφή του. Παράλληλα, ζητήματα όπως ο φορντισμός και ο μετα-φορντισμός, η ρύθμιση του καπιταλισμού και οι αλλαγές στο σύγχρονο τρόπο παραγωγής, βρίσκονται στην καρδιά του έργου του Τζέσσοπ που περιλαμβάνει 10 βιβλία και πάνω από 150 επιστημονικά άρθρα και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους. Η προβληματική του επεκτείνεται και στον χώρο της διεθνούς και Ευρωπαϊκής πολιτικής, μέσω κυρίως των επεξεργασιών του για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά και για ζητήματα όπως ο ιμπεριαλισμός και η παγκοσμιοποίηση. Στη σύντομη συνομιλία που είχαμε μαζί του, φώτισε κάποιες πτυχές από τις επίκαιρες θεωρήσεις του.
—–
Έχετε ερμηνεύσει τον νεοφιλελευθερισμό ως μια έκφραση της «διεθνοποίησης των καθεστώτων πολιτικής». Μπορεί να υπάρξει αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό στα πλαίσια ενός μόνο κράτους;
 
Είναι δυνατή η αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό από ένα μόνο κράτος. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι αυτό της Μαλαισίας σε σχέση με την Ασιατική κρίση, όταν ο Μαχατίρ πήρε πρωτοβουλίες οι οποίες αντιπαρατέθηκαν άμεσα στα αιτήματα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών κρατών. Επίσης, πιστεύω ότι ο νεοφιλελευθερισμός χάνει σταδιακά την νομιμοποίησή του και ότι η αναπαραγωγή του εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από υποστηρικτικά μέτρα που απέχουν πολύ από το να είναι νεοφιλελεύθερα. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί σημαντικά ρήγματα για την κριτική του νεοφιλελευθερισμού και για τον μετασχηματισμό των υποστηρικτικών αυτών μέτρων (όπως η οικοδόμηση του κοινωνικού κεφαλαίου, η εταιρική κοινωνική ευθύνη, η χρηστή διακυβέρνηση ως πλαίσιο για τις δυνάμεις της αγοράς, κλπ.) προς διαφορετικούς στόχους, ενσωματωμένους σε ένα ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.
Έχετε υποστηρίξει ότι στην τρέχουσα φάση ο νεοφιλελευθερισμός συμπορεύεται με δύο άλλα μοντέλα στρατηγικής: το νέο-κορπορατισμό και το νέο-κρατισμό. Υπονοεί αυτό ότι η Αριστερά θα έπρεπε να αντιτίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά, παρά απλά στο νεοφιλελευθερισμό;
 
Η Αριστερά πρέπει φυσικά να ασκεί κριτική στον καπιταλισμό συνολικά γιατί οι δυνατότητες του νέο-κορπορατισμού, του νέο-κρατισμού και του νέο-κοινοτισμού να μετριάσουν την επέλαση του νέο-φιλελευθερισμού είναι περιορισμένες μέσα στην παγκόσμια λογική του καπιταλισμού. Όμως, είναι σημαντικό να διακρίνουμε το διαθέσιμο πεδίο για ένα ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα μέσα σε διάφορα μοντέλα, και να διευρύνουμε αυτό το πεδίο μέσω της προώθησης εκείνων των μοντέλων που αντιτίθενται στη συνεχιζόμενη κυριαρχία της νέο-φιλελεύθερης λογικής. Πάντως, η αδυναμία αναγνώρισης των ορίων στη δράση εναλλακτικών μοντέλων, που τίθενται από τη γενική κυριαρχία της λογικής της καπιταλιστικής συσσώρευσης συνολικά, συνιστά συνταγή που εγγυάται τη συνέχιση της υποταγής αυτών των μοντέλων στη συγκεκριμένη λογική.
Στο έργο σας, ανάμεσα στα άλλα, τεκμηριώνετε τη μετάβαση από ένα εθνικό Κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας προς ένα μετα-εθνικό Σουμπετεριανό καθεστώς ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας. Τροφοδοτεί αυτή η μετάβαση την τρέχουσα κρίση της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας; Με άλλα λόγια, είναι τελική αυτή η κρίση;
 
Η ιστορία των Ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κινημάτων και κομμάτων είναι μια ιστορία επαναλαμβανόμενης απορρόφησης τους από τη λογική του καπιταλισμού. Όπως έχουν υπάρξει διαφορετικά στάδια και παραλλαγές του καπιταλισμού, έτσι έχουν υπάρξει και γενικά αντίστοιχες μορφές σοσιαλδημοκρατίας. Και αυτό, γιατί η σοσιαλδημοκρατία δρα μέσα στους περιορισμούς μιας καπιταλιστικής λογικής προσανατολισμένης προς το κέρδος και διαμεσολαβημένης από την αγορά, ενός αστικο-δημοκρατικού συστήματος μέσα στο οποίο υπάρχει μια εγγενής ένταση ανάμεσα στη λογική της ταξικής κυριαρχίας και τη λογική των εκλογικών πλειοψηφιών, και μιας κοινωνίας πολιτών που χαρακτηρίζεται από την ένταση ανάμεσα στα ιδιωτικά συμφέροντα και ένα φαντασιακό, γενικό συμφέρον. Καθώς αλλάζει η μορφή και η λειτουργία αυτών των συνδεόμενων περιορισμών, αλλάζουν αντίστοιχα και οι παράμετροι λειτουργίας της σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά αυτές οι παράμετροι είναι κοινωνικά κατασκευασμένες και προσφέρουν πεδίο για σημαντικές προόδους μέσα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και, το σημαντικότερο, για τον μετασχηματισμό αυτής της τάξης πραγμάτων. Με αυτή την έννοια, η κρίση αυτή δεν είναι τελική. Το μετα-εθνικό Σουμπετεριανό καθεστώς ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας δεν είναι περισσότερο καταδικασμένο να είναι νεοφιλελεύθερο στη μορφή και τη λειτουργία του απ’ ότι το εθνικό Κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας ήταν υποχρεωμένο να λάβει τη μορφή του στρατιωτικού Κεϋνσιανισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε αντίθεση με τη Σκανδιναβική σοσιαλδημοκρατία.
Η ανάλυσή σας για την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την πρωτοκαθεδρία της οικονομικής ολοκλήρωσης σε αυτήν επιβεβαιώνεται από τη νέα Μεταρρυθμιστική Συνθήκη. Ποια είναι τα κύρια εμπόδια στην πολιτική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Μήπως τελικά ο στόχος αυτός είναι αδιάφορος για το υπερεθνικό κεφάλαιο;
 
Θα αναφέρω τον Πουλαντζά για να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, όχι επειδή αυτός έδωσε την οριστική απάντηση πριν από τριάντα χρόνια, αλλά επειδή έθεσε τις θεωρητικές βάσεις για να αναζητήσουμε μια απάντηση σήμερα. Στο βιβλίο του Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό (1974) καθώς και μετά από αυτό, ο Πουλαντζάς επεσήμανε ότι η διεθνοποίηση του καπιταλισμού παρήγαγε θεμελιώδεις αντιφάσεις και αντιθέσεις μέσα στα εθνικά κράτη και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, και οδηγούσε στο μετασχηματισμό των μεριδίων που διακυβεύονταν στις ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Η ίδια γενική παρατήρηση παραμένει σε ισχύ σήμερα. Η πολιτική ολοκλήρωση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εδαφική οντότητα είναι ενδογενώς εύθραυστη, εξαιτίας της εντεινόμενης αντίθεσης ανάμεσα στη λογική του εδαφικού κρατικού σχηματισμού σε οποιοδήποτε επίπεδο και τη λογική της παγκόσμιας αγοράς. Επιπλέον, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως είναι πλέον το κυρίαρχο επίπεδο πολιτικής οργάνωσης αναφορικά με τον Ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, παραμένει υποταγμένη στα υπερεθνικά και διεθνή καθεστώτα πολιτικής, καθώς και στην κυριαρχία (αν και όχι πλέον ηγεμονία) των Ηνωμένων Πολιτειών ως μια φθίνουσα υπερδύναμη, μέσα στη δυναμική της παγκόσμιας αγοράς συνολικά. Σίγουρα πάντως, η πολιτική ολοκλήρωση δεν είναι αδιάφορη για το υπερεθνικό κεφάλαιο. Είναι βέβαιο ότι αυτό έχει ισχυρά επενδυμένα συμφέροντα στη δεδομένη μορφή της πολιτικής ολοκλήρωσης και τη συνάρθρωσή της με τα ευρύτερα ζητήματα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, προς όφελος της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα.
Ο Πουλαντζάς έγραψε ευρύτατα πάνω στη διαδικασία της διεθνοποίησης και του ενδο-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Συνιστά ο «ιμπεριαλισμός» ένα δόκιμο όρο για να χαρακτηρίσουμε τις επικρατούσες τάσεις στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
 
Ο «ιμπεριαλισμός» μπορεί να ειδωθεί και ως θεωρητική, και ως στρατηγική έννοια. Δεν είμαι πεισμένος ότι ο ιμπεριαλισμός είναι απαραίτητα ένας χρήσιμος θεωρητικός όρος σε αυτό το πλαίσιο, αλλά μπορεί να έχει μια δεδομένη ισχύ ως μία στρατηγική έννοια για την κριτική αυτών των τάσεων στην εξωτερική πολιτική. Πάντως, πρέπει να ορίσουμε συγκεκριμένες περιόδους στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, και να διακρίνουμε ανάμεσα στις διάφορες μορφές που λαμβάνει η πάλη για την ηγεμονία ή την κυριαρχία πάνω στη συνολική πορεία της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Έννοιες του ιμπεριαλισμού που έχουν εξαχθεί από προηγούμενες φάσεις και μορφές του έως και τη δεκαετία του 1980 δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμες σήμερα, με εμφανή εξαίρεση τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις για τον έλεγχο στρατηγικών πόρων σε μία εποχή εντεινόμενου περιορισμού αυτών των πόρων.
Θεωρείστε αυθεντία στην ερμηνεία του έργου του Νίκου Πουλαντζά. Τι ρόλο έπαιξε ο ίδιος στη διαμόρφωση της σκέψης σας και πως θα κρίνατε τη συμβολή του στην ανάπτυξη του Δυτικού Μαρξισμού γενικά;
Υπάρχουν τρεις φιγούρες-κλειδιά που διαμόρφωσαν τη διανοητική μου εξέλιξη – ο Μαρξ, ο Γκράμσι και ο Πουλαντζάς. Ο Πουλαντζάς, τον οποίο συνάντησα μόνο μια φορά, είναι ο σημαντικότερος από αυτούς τους τρεις ως προς την κατανόηση από μέρους μου της κρατικής εξουσίας, του σύγχρονου καπιταλισμού, και ερωτημάτων γύρω από την πολιτική στρατηγική. Όμως, οι επεξεργασίες του έβγαζαν νόημα για μένα αρχικά μόνο μέσα στο πλαίσιο των προηγουμένων σπουδών μου πάνω στον Μαρξ και τον Γκράμσι. Μετέπειτα, χρησιμοποίησα τα συμπεράσματα του Πουλαντζά ώστε να ξαναδιαβάσω και να κατανοήσω καλύτερα τις άλλες δύο φιγούρες. Άρα, στην περίπτωση αυτή υπάρχει ένας συνεχιζόμενος διάλογος. Δυστυχώς, για τη μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που είχαν συνεισφορά στο Δυτικό Μαρξισμό, η σύνδεση με τον Πουλαντζά έχει λήξει. Όμως, τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη διακρίνω μια καλοδεχούμενη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για το έργο του Πουλαντζά, κυρίως μέσω του βιβλίου του Κράτος, Εξουσία, Σοσιαλισμός. Αυτό έχει σίγουρα να κάνει και με το θεωρητικό πλαίσιο και τις προφητικές προβλέψεις αυτού του έργου, καθώς και με τη συνεχιζόμενη συνάφεια του με θεωρητικές συζητήσεις αλλά και την πολιτική πρακτική της Αριστεράς.