17 June 2021

Σε μια αποικιοκρατικού τύπου επίδειξη ισχύος, η Βρετανία στέλνει μια ολόκληρη αρμάδα στην Ασία




Σε μια είδηση που πέρασε «στα ψιλά» στη χώρα μας, στα τέλη Μαΐου απέπλευσε από τη Βρετανία μια πανίσχυρη ναυτική ομάδα κρούσης με στόχο την προβολή της βρετανικής στρατιωτικής ισχύος στο εξωτερικό. Ο τελικός προορισμός του στόλου είναι η Θάλασσα της Νότιας Κίνας και η Ιαπωνία, με στόχο το …τσίγκλισμα του νέου ψυχροπολεμικού εχθρού: της Κίνας. Το άρθρο που ακολουθεί, του Chris Nineham, ιδρυτικού μέλους της ειρηνιστικής οργάνωσης Stop the War Coalition, εξηγεί τη σημασία αυτής της εξέλιξης. Ευχαριστούμε θερμά την οργάνωση για την άδεια αναδημοσίευσης του κειμένου.


επιμέλεια – μετάφραση: Ηρακλής Οικονόμου


Το μόνο που μπορεί να καταφέρει η αποστολή βρετανικών πολεμικών πλοίων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας είναι η κορύφωση των παγκόσμιων εντάσεων


του Chris Nineham


Stop the War Coalition, 26 Απριλίου 2021

Πηγή:ιστοσελίδα stopwar.org.uk


Κανένας δεν μπορεί να πει ότι το BBC δεν παίρνει στα σοβαρά τον ρόλο του ως κρατικό ίδρυμα ραδιοτηλεόρασης… Πρόσφατα, η κορυφαία ραδιοφωνική ειδησεογραφική εκπομπή του, The Today Programme, μεταδόθηκε από το κατάστρωμα του HMS Queen Elizabeth, του νέου υψηλής τεχνολογίας αεροπλανοφόρου της Βρετανίας.

Στα τέλη Μαΐου, το HMS Queen Elizabeth θα ηγηθεί ενός καλά εξοπλισμένου στόλου σε ένα ταξίδι 28 εβδομάδων στον μισό περίπου πλανήτη. Αποστολή αυτής της ναυτικής ομάδας κρούσης, που θα σταματήσει σε δεκάδες λιμάνια, θα είναι να δείξει ότι η Βρετανία παραμένει μια παγκόσμια δύναμη που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Όπως είπε ο υπουργός Άμυνας, Ben Wallace, στόχος είναι «να προβάλλουμε την επιρροή μας, να δείξουμε την ισχύ μας».

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανάπτυξη ναυτικής και αεροπορικής στρατιωτικής ισχύος του Ηνωμένου Βασιλείου από τον Πόλεμο των Φώκλαντς το 1982. Θα περιλαμβάνει μια μοίρα 10 μαχητικών F35 των Αμερικανών Πεζοναυτών, ένα επιθετικό υποβρύχιο οπλισμένο με πυραύλους Tomahawk, δύο αντιτορπιλικά, μια σειρά άλλων πολεμικών πλοίων, και τον μεγαλύτερο αριθμό ελικοπτέρων που συνόδεψαν ποτέ πλοία του βρετανικού πολεμικού ναυτικού εδώ και μια δεκαετία.

Αυτό που το υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας περιγράφει ως «τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ναυτικής και αεροπορικής ισχύος που θα αποσταλεί από το Ηνωμένο Βασίλειο εδώ και μια γενιά» θα επισκεφθεί πάνω από 40 χώρες και θα εμπλακεί σε πάνω από 70 δράσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας άσκησης που σηματοδοτεί την 50η επέτειο των Αμυντικών Διευθετήσεων των Πέντε Δυνάμεων με Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία.

Στο τέλος του ταξιδιού, η ναυτική ομάδα κρούσης θα βρεθεί στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, κοντά στην Ταϊβάν, και θα συμμετάσχει σε στρατιωτικές ασκήσεις με την Ιαπωνία. Όπως παραδέχεται το υπουργείο Άμυνας, η αποστολή των ναυτικών μονάδων έχει οργανωθεί στο πλαίσιο της «στροφής του Ηνωμένου Βασιλείου προς την περιφέρεια του Ινδο-Ειρηνικού» για «την ενίσχυση βαθιών αμυντικών συνεργασιών» στην περιοχή. Με άλλα λόγια, βασική πτυχή της επιχείρησης είναι η υποστήριξη της ολοένα και πιο επιθετικής στάσης των ΗΠΑ προς την Κίνα.

Το αεροπλανοφόρο και το αδερφό πλοίο του HMS Prince of Wales κόστισαν πάνω από 6 δισεκατομμύρια λίρες, αλλά αν λάβουμε υπόψη όλα τα σχετικά λειτουργικά έξοδα και τις δαπάνες υποστήριξης, η συνολική τιμή ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια. Πρόκειται για μια τεράστια δέσμευση πόρων σε μια στιγμή που οι δημόσιες υπηρεσίες είναι σε απελπιστική κατάσταση και το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας δοκιμάζεται.

Προφανώς και όλο αυτό δεν θα κάνει τίποτα για την προαγωγή της «ασφάλειας», που είναι ένας όρος της μόδας. Η ανασύσταση δεσμών με πρώην αποικιακούς σταθμούς στην Ασία και οι παγκόσμιες στρατιωτικές φιλοδοξίες «Ανατολικά του Σουέζ» είναι μια πολιτική που βασίζεται σε μια μετα-αποικιακή φαντασίωση των Συντηρητικών. Ακόμα και κάποιοι σχολιαστές στη ραδιοφωνική εκπομπή του BBC αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για τη Βρετανία να εμπλακεί στα σοβαρά σε κάποια ένοπλη σύγκρουση στο εξωτερικό ύστερα από τους «αμφιλεγόμενους» πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει η αποστολή ενός στολίσκου οπλισμένου σαν αστακός στα αμφισβητούμενα νερά της Θάλασσας της Νότια Κίνας είναι το να κλιμακώσει τις εντάσεις και να διακινδυνεύσει ακόμα και μια τυχαία αναμέτρηση με μια άλλη πυρηνική δύναμη.

Καθώς προσεγγίζουμε την προγραμματισμένη αναχώρηση του στόλου, θα πληθύνουν οι πανηγυρισμοί και οι θριαμβολογίες από την κυβέρνηση, το BBC και τα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης. Η οργάνωση «Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο» (Stop the War Coalition) συνεργάζεται με την Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό (Campaign for Nuclear Disarmament) εναντίον αυτής της μάταιης και επικίνδυνης πρωτοβουλίας. Σας προσκαλούμε να ενώσετε κι εσείς τις δυνάμεις σας μαζί μας.




01 January 2021

Book Review: The Political Economy of European Security





The Political Economy of European Security, by Kaija Schilde, Cambridge, Cambridge University Press, 2017, 288 pp., (hardback), ISBN 978 1 107 19843 2


by Iraklis Oikonomou

Book Review published in European Security, Volume 27, Issue 4, 2018, pp. 537-540


The emergence of a distinct EU security and defence dimension is not just one more episode in European integration; it is a key development for Brussels, affecting the very essence of the European project: new institutions and mechanisms (e.g. European Defence Agency), new funding arrangements (e.g. security & defence research), new policies (e.g. military space, border security), and a new orientation for the EU as a whole, geared towards the strengthening of the European arms industry. The militarization of the EU is, to a great extent, the European integration of our time.

Any book that sets to study the making of this phenomenon, like Kaija Schilde’s The Political Economy of European Security, is a welcome addition to existing literature. The theoretical foundations of the study lie in transnational interest-group mobilization and the relative governing capacity of institutions. Its argument is compelling: security and defence policy integration in the EU is largely an outcome of the organized activity of transnational interest groups, which built informal European policy institutions that, in turn, accelerated the establishment of formal governing capacity and institutions. Following the dissection of the relationship between interest groups and institutions in Chapter 1, and the theorization of interest group mobilization in connection with outcomes in the EU in Chapters 2 and 3, Schilde then gives a politico-economic explanation of CSDP, in Chapter 4, emphasizing the role of defence industry lobbying in the emergence of this policy. Chapter5 and Chapter 6 thoroughly document the emergence and expansion of EU authority in defence and border security, respectively, as a relative outcome of the mobilization of interest groups – from the start of the process in the case of defence policy, or somewhere along the way in the case of border security. Finally, Chapter 7 studies the blurring of EU security and defence policies brought about by the desire of the industry to impose a market logic there.

Undoubtedly, this is an extremely topical book as the process of the expansion of EU authority to embrace security and defence is in the making and has far-reaching implications for the entire orientation of the Union. This is also a very useful book because it unites the realm of political economy with defence and security policy, highlighting the unity of strategic and economic considerations in EU policy-making. It is about time that we got rid of the model of a discipline that merely seeks to reproduce and legitimize official discourse, presenting the emergence of CSDP as an ‘objective’ and ‘rational’ necessity, and looked instead at the socio-economic rationale of the policy and the way it is embedded into industrial interests. Lastly, it is a balanced book, with a convincing combination of theoretical and empirical study, together with a sound blend of quantitative and qualitative analysis.

Still, the author’s argumentation could have been helped by an engagement with existing critical literature on the socioeconomic foundations of EU armaments policy, including Slijper (2005) and Hayes (2006) work of EU military-industrial and EU security-industrial complexes respectively. This is all the more essential as the theoretical connection between interest groups and EU authority remains unclear; on p. 5, the author argues that “There is … no direct causal link between interest groups and EU authority” while two pages earlier we read that “The very presence of interest groups changes the structure of EU governance”. The riddle remains ultimately unresolved; if this linkage is not causal, what exactly is it? The feeling one gets is that in her effort to avoid one-sided causal simplifications, the author does not provide an adequately specific theorization of the private interests / public authority nexus. Essentially, what Schilde’s work lacks is a theory of power – engagement with certain contributions in Kurowska & Breuer (eds.; 2012) could have been useful in this respect. For example, on p. 15 the author notes that informal institutions enhance the capacity of formal institutions when there is a matching of the respective policy agendas (as if there is a pre-existing public agenda which the private one fits into), but Chapters 4 and 5 point to a wholly different reality – the elevation of a private agenda to a public one via the intense political activation of arms manufacturers, driven by developments (competition with US industry, consolidation) in the industrial realm. This is also why the book could have benefited from a closer look at existing literature that theorizes the policy actorness of European arms manufacturers, including Mawdsley (2003), Barrinha (2010), and a couple of contributions in Karampekios & Oikonomou (eds.; 2015).

Elsewhere, the author admits that from the start of European integration till the end of the 1970s,the interest groups that engaged with the EU were basically business interests, but the explanation “because the EEC regulated industry” (p. 58) is just not convincing, as the EEC did several other things next to regulation. Also, it is acknowledged that industry groups “seem to enjoy a certain honeymoon phase in EU policymaking” (p. 58), pointing to the role of the industry as something bigger than merely interest group activity, but again the rest of the analysis dissolves the dominance of private capitalist interests into this idea of interest groups together with NGOs etc. The entire concept of ‘interest groups’ could be questioned if we take the evidence put forward by the book to its very end. The only ‘interest group’ discussed here is the arms and security industry and, thus, one could argue that the very notion of interest group is a veil that conceals the structural dominance of private business in EU policy-making ,implying that there are other social forces operating next to arms manufacturers – there aren’t. The book could have benefited from class analysis and from the removal of the concept of interest group from its pluralist context. This is all the more true since the author notes that “(t)here is an overrepresentation of business interests over social interests” (p. 83) and illustrates how the entire defence agenda of the EU was set by the European defence industry at least a decade prior to relevant EU initiatives at the end of the 1990s; in her own words, “‘first they (interest groups) arrived, and then it(the EU) was built’” (p. 71). Instead, however, of producing a class-based understanding of the connection between private and institutional power in the EU, the author opts for a tautological understanding of the role of interest groups along the lines of “the earlier interest groups mobilize in the life of an issue area, the more likely they are to establish close, informal relationships with EU bureaucracies” (p. 72), as if the establishment of relations of influence is a technical matter of timing rather than a socio-political matter of power. Once again, existing studies of the multiple ways in which the European arms industry has utilized European integration to promote its own interests, such as Manners (2006) and his conceptualization of a European “military-industrial simplex”, could have been considered.

Overall, the book’s emphasis on defence-industrial interests as a source of EU political authority is a fruitful reminder of the need to re-orientate social scientific attention towards the political economy of arms production and state-societal relations. Schilde tells us that the setting of the EU policy agenda in the realm of security and defence is a heavily politicized process, thoroughly informed by the interests of the European arms industry. It is not the strategic considerations or big power thinking or changes in the strategic environment or the nature of threats that brought about the elevation of defence as a top priority of the European project. Instead, the key according to Schielde lies in understanding the impact of interest group activity – in this case, the organized political actions of the European arms industry. The Political Economy of European Security is a must-read for every student of European Security and International Politics, and a key contribution to the debate on the origins and social purpose of EU security, defence, and armaments policies.


Notes

Barrinha, A., 2010. ‘Moving towards a European Defence Industry? The Political  Discourse on a Changing Reality and its Implications for the Future of the European Union’, GlobalSociety, 24 (4): 467-485.

Hayes, B., 2006. ‘Arming Big Brother: The EU’s Security Research Programme’, TNI Briefing Series No 2006/1, Amsterdam: Transnational Institute.

Karampekios, N. and Oikonomou, I. (eds.), 2015. The European Defence Agency: Arming Europe. Abingdon: Routledge.

Kurowska, X. and Breuer, F. (eds.), 2012. Explaining the EU’s Common Security and Defence Policy: Theory in Action. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Manners, I., 2006. ‘Normative power Europe reconsidered: beyond the crossroads’, Journal of European Public Policy, 13 (2): 182-199.

Mawdsley, J., 2003. ‘TheEuropean Union and Defense Industrial Policy’, Paper 31, Bonn International Center for Conversion.

Slijper, F.,2005. ‘The emerging EU Military-Industrial Complex’, TNI Briefing Series No 2005/1, Amsterdam: Transnational Institute.

13 November 2020

Πότε θα ασχοληθεί η Αριστερά με τους εξοπλισμούς;

Πότε θα ασχοληθεί η Αριστερά μετους εξοπλισμούς;

Η σκανδαλώδης απόφαση αγοράς τωναμερικανικών φρεγατών από την ελληνική κυβέρνηση είναι το σημείο χωρίςεπιστροφή.

του Ηρακλή Οικονόμου

Η απόφαση δαπάνης άνω των 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αγορά τεσσάρωνφρεγατών MMSC από τις ΗΠΑ δενπροδίδει μόνο την απύθμενη υποτέλεια της χώρας και της κυβέρνησης, η οποία πάεινα αγοράσει ένα σκανδαλωδώς ακατάλληλο και πανάκριβο σκάφος υπακούοντας στηνεπιθυμία της αμερικανικής βιομηχανίας όπλων. Προδίδει και την ανεπάρκεια τηςελληνικής αριστεράς – των κομμάτων που αυτοπροσδιορίζονται τέλος πάντων εντόςτης – η οποία με ελάχιστες εκλάμψεις και εξαιρέσεις δεν έχει να πει τίποτεσυγκεκριμένο για την πολιτική εξοπλισμών της χώρας. Από το «πρώτη φοράαριστερά» που άφησε απ’ έξω τη θέση του επικεφαλής του υπουργείου ΕθνικήςΆμυνας μέχρι τη βουβαμάρα στο τωρινό εξοπλιστικό πάρτι στο οποίο επιδίδεται ηκυβέρνηση με πρόφαση την τουρκική επιθετικότητα, ένας είναι ο κοινόςπαρονομαστής: η απουσία σύνδεσης μεταξύ Αριστεράς και εξοπλιστικής πολιτικής.

Όλο αυτό είναι αρκετά παράδοξο, δεδομένης της σημασίας των εξοπλισμών σεόλα τα επίπεδα. Εξηγείται, όμως, μέσα από μια σειρά αιτιών:

– Οι εξοπλισμοί συχνά γίνονται κατανοητοί ως ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα,δεδομένης της τεχνολογικής συνθετότητας και όλων των υπόλοιπων στρατηγικώνπτυχών που εμπεριέχει μια εξοπλιστική απόφαση. Και η έλλειψη εξειδικευμένηςγνώσης περί των εξοπλιστικών στις γραμμές της Αριστεράς καθιστά δυσκολότερη τησύνδεσή της με τον συγκεκριμένο τομέα πολιτικής.

– Οι εξοπλισμοί θεωρούνται ζήτημα που αφορά τη στρατιωτική εξουσία, τουςαρχηγούς των όπλων, τους αξιωματικούς, τους χρήστες των όπλων, και όχι τηνπολιτική εξουσία η οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι άσχετη και στηχειρότερη παίρνει μίζες.

– Η ύπαρξη της αντικειμενικής απειλής από την Τουρκία προσδίδει σταεξοπλιστικά ζητήματα έναν «υπαρξιακό» χαρακτήρα, και άρα οι όποιες διαφωνίες υποτίθεταιότι οφείλουν να υποτάσσονται στον στόχο της προστασίας της εδαφικήςακεραιότητας της χώρας.

– Οι αγορές οπλικών συστημάτων συνδέονται με τα συμφέροντα των χωρών που ταπαράγουν και με τους εγχώριους πλασιέ τους, και η Αριστερά δεν θέλει να φανείότι ταυτίζεται με το ένα ή το άλλο ξένο συμφέρον.

– Η Αριστερά εμφανίζει ευρύτερη αδυναμία άρθρωσης προγραμματικού λόγου, καιάρα οι εξοπλισμοί εντάσσονται σε μια γενική τάση έλλειψης συγκεκριμένωνπολιτικών προσαρμοσμένων σε συγκεκριμένους τομείς.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι εξοπλισμοί είναι ένα πεδίο με το οποίο θαέπρεπε κατεξοχήν να ασχοληθεί η Αριστερά. Μπορώ να σκεφτώ τουλάχιστον τέσσεριςλόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο θα έπρεπε να θεωρείται απολύτως δεδομένο.

1) Οι εξοπλισμοί έχουν τεράστιοοικονομικό αντίκτυπο

Αυτό ισχύει γενικά, αλλά ισχύει και ειδικότερα για μια χώρα σαν την Ελλάδαπου το 2019 διοχέτευσε σε αμυντικές δαπάνες το 5,4% των δημοσίων δαπανών τηςκαι το 2,6% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της (σύμφωνα με το SIPRI). Η αποδοχή αυτής της αιμορραγίας ισοδυναμεί με αποδοχήτου κυρίαρχου δημοσιονομικού μοντέλου, αποδοχή του παρασιτικού χαρακτήρα ενόςμεγάλου μέρους των δημοσίων δαπανών, αποδοχή των αντιπαραγωγικών παθογενειώντης ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, ισοδυναμεί και με αποδοχή των κοινωνικώνδυνάμεων που επωφελούνται από αυτή την αιμορραγία – των μεγάλων πολυεθνικώνεταιρειών παραγωγής όπλων, των εγχώριων διαμεσολαβητών τους, και ενόςσυμπλέγματος πολιτικής, στρατιωτικής και διανοητικής εξουσίας που νομιμοποιείκαι αναπαράγει τις δυνάμεις αυτές. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός, με άλλα λόγια,περνάει μέσα από την ελάφρυνση του βάρους των αμυντικών δαπανών. Από εκεί περνάει και η προώθηση ενόςεναλλακτικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, σε μια περίοδο που οι στρατιωτικέςπαραγγελίες εμφανίζονται περίπου ως σωτηρία για την απασχόληση και την εγχώριαπαραγωγή. Στην πραγματικότητα, οι στρατιωτικές δαπάνες είναι de facto παρασιτικές, ακόμα κι αν κάποια ψίχουλα επιστρέφουν στη χώραμε τη μορφή εγχώριου έργου, και είναι δουλειά της Αριστεράς να δείξει ότι ταδισεκατομμύρια που δαπανώνται για βόμβες και πυραύλους θα παρήγαγανπερισσότερες θέσεις εργασίας και θα τροφοδοτούσαν πραγματικά την ανάπτυξη καιτην αειφορία εάν διοχετεύονταν ως παραγωγικές επενδύσεις στην εγχώρια μηπολεμική οικονομία.

2) Οι εξοπλισμοί είναι πρωτίστωςζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας

Το κατά πόσο μια χώρα αγορά αγοράζει όπλα για να ικανοποιήσει ξένεςδυνάμεις ή δικές της αμυντικές ανάγκες άπτεται της ουσίας της εθνικήςανεξαρτησίας της χώρας αυτής. Η ιστορία των ελληνικών εξοπλιστικών αποφάσεωνείναι, με εξαιρέσεις, η ιστορία της υποτέλειας του ελληνικού κράτους και τηςεξάρτησής του από τις ΗΠΑ, καταρχήν, και από την Ευρ. Ένωση και ταπρωταγωνιστικά κράτη-μέλη της, κατά δεύτερον. Άρα, εάν στα σοβαρά η Αριστεράισχυρίζεται ότι θέλει να εξασφαλίσει μια νέα διεθνή θέση για τη χώρα, τότεπρέπει εξίσου στα σοβαρά να ασχοληθεί με τα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται οιεξοπλιστικές αποφάσεις, να ασκήσει κριτική στα κριτήρια αυτά, και να εξηγήσειπώς η δική της εξουσία θα προτάξει τις εγχώριες αμυντικές ανάγκες έναντι τωναναγκών των ξένων βιομηχανιών όπλων. Όσο δεν το κάνει, τόσο πιο κούφια κάνει ναφαίνεται η περί της εθνικής ανεξαρτησίας ρητορική της.

3) Οι εξοπλισμοί αφορούν άμεσατην ποιότητα της δημοκρατίας

Δεν είναι τυχαίο ότι μερικά από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην Ελλάδα αφορούντην αγορά όπλων, όπως επίσης δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες υψηλού προφίλπροφυλακίσεις πολιτικών προσώπων αφορούν εξοπλιστικές αποφάσεις πρώην υπουργώνεθνικής άμυνας. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνουν χώρα μακριά από τα φώτα τηςδημοσιότητας και από την οποιαδήποτε εποπτεία, με μόνη υποτιθέμενη ασφαλιστικήδικλείδα τη γνώμη της στρατιωτικής εξουσίας. Η ασφαλιστική δικλείδα αυτή είναιβεβαίως από σαθρή έως ανύπαρκτη, διότι και οι στρατιωτικοί έχουν κι αυτοί τιςπροτιμήσεις τους αναφορικά με ξένες χώρες, ξένες βιομηχανίες όπλων, και πάειλέγοντας – δεν απολαμβάνουν μια κάποιου είδους μαγική αυτονομία έναντι της επιρροήςτου ξένου παράγοντα. Εάν η Αριστερά επιθυμεί να ισχυροποιήσει τη βούληση τωνπολλών, θα πρέπει να διεκδικήσει την ενσωμάτωση των εξοπλιστικών θεμάτων στηνατζέντα του δημοσίου διαλόγου. Δεν νοείται πλατύς εκδημοκρατισμός του κράτουςκαι του πολιτικού συστήματος που θα αφήνει απ’ έξω τη διαχείριση τωνδισεκατομμυρίων του αμυντικού προϋπολογισμού.

4) Οι εξοπλισμοί καθορίζουν τις αμυντικέςκαι εν πολλοίς στρατηγικές δυνατότητες μιας χώρας

Ο τέταρτος παράγοντας είναι και ο πιο ευνόητος, αλλά όχι λιγότεροσημαντικός για την Αριστερά. Και δεν είναι μόνο το θέμα της προστασίας τηςεδαφικής ακεραιότητας, που από την εποχή του ΕΑΜ έχει εγγραφεί στο DNA της εγχώριας ριζοσπαστικής παράδοσης και που προφανώςκαθορίζεται καίρια από την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων. Αποφάσεις πουυποσκάπτουν την άμυνα της χώρας όταν η Αριστερά είναι στην αντιπολίτευσηεπιδρούν καίρια στο στρατηγικό τοπίο μέσα στο οποίο θα κληθεί να κινηθεί ηΑριστερά ως κυβέρνηση. Η μη κάλυψη εξοπλιστικών αναγκών σημαίνει τη διαιώνισητων αναγκών αυτών στο μέλλον. Και η κάλυψη των αναγκών με εντελώς λάθος τρόπο,δηλαδή με πανάκριβα οπλικά συστήματα μηδενικής προστιθέμενης στρατηγικής αξίας,είναι ακόμα χειρότερη καθώς όχι μόνο αφήνει υπαρκτή την ανάγκη, αλλά κάνει και πιοδύσκολη και κοστοβόρα την κάλυψή της στο μέλλον, εφόσον το κάθε οπλικό σύστημαφέρνει από πίσω του την αντίστοιχη εκπαίδευση, τα αντίστοιχα ανταλλακτικά, τιςαντίστοιχες γραμμές συντήρησης, κλπ. Με άλλα λόγια, τη λάθος εξοπλιστικήεπιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης σήμερα τη «λούζεται» η οποιαδήποτε άλληκυβέρνηση αύριο.

Μήπως ψάχνετε μια περίπτωση που να συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά;Δεν έχετε παρά να κοιτάξετε τις MMSC, τις αμερικανικέςφρεγάτες που σπεύδει να αγοράσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη κόντρα στις απαιτήσειςτης πανδημίας και της οικονομικής κρίσης (αύξηση κοινωνικών και παραγωγικώνδαπανών), κόντρα στην αποτίμηση του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος από πλήθοςπαρατηρητών (από ακατάλληλο έως επικίνδυνο), κόντρα ακόμα και στις εκφρασμένεςανάγκες του ίδιου του Π.Ν. (για φρεγάτες αντιαεροπορικής άμυνας ή πολλαπλώνρόλων και όχι για πλοία των οποίων ο οπλισμός παραπέμπει σε ενισχυμένη πυραυλάκατο).

Οικονομική σημασία της διαφαινόμενης παραγγελίας; Το ύψος της επικείμενηςαγοράς ξεπερνά τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ με την προσθήκη της δαπάνης γιααγορά σκαφών «ενδιάμεσης λύσης» και τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ 200φτάνουμε στα 5 δισεκατομμύρια ευρώ! Σημασία για την εθνική ανεξαρτησία; Η απόφασηείναι μια άνευ προηγουμένου πράξη υποτέλειας στις ΗΠΑ υπό το βάρος τωνασφυκτικών πιέσεων που ασκούνται προς την Ελλάδα για να προβεί στη συγκεκριμένηαγορά. Σημασία για τη δημοκρατία; Η απόφαση λαμβάνεται εν κρυπτώ, δίχως οιπολίτες να μπορούν να εκφράσουν τη γνώμη τους κατά πόσο η προτεραιότητα αυτή τηστιγμή θα έπρεπε να είναι η αγορά νέων φρεγατών εν μέσω δεκάδων θανάτωνημερησίως από COVID και γιγάντωσης τηςύφεσης. Στρατηγική σημασία; Η αγορά των φρεγατών θα καθορίσει το βασικό πλοίοεπιφανείας του Π.Ν για τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, και άρα θα καθορίσειουσιαστικά και τις δυνατότητες του κρίσιμου αυτού όπλου – ή για την ακρίβεια,την ανυπαρξία δυνατοτήτων, εφόσον η κυβέρνηση προβεί στη συγκεκριμένη αγορά.

Αν δεν μιλήσει τώρα η Αριστερά για την τρομακτική σπατάλη άνω των 4δισεκατομμυρίων ευρώ, πότε θα μιλήσει; Όταν οι νεκροί από την πανδημία θαμετριούνται στις πολλές χιλιάδες; Όταν τα δημόσια συστήματα υγείας και παιδείαςθα έχουν βουλιάξει ανεπανόρθωτα ενώ μπορούν να ενισχυθούν σήμερα με τους πόρουςπου πρόκειται να δοθούν για ελαττωματικά και ακατάλληλα πλοία; Όταν οιπαραγωγικές υποδομές της χώρας, στερημένες από παραγωγικές επενδύσεις, θα έχουνπλέον εξαλειφθεί μια και καλή στον βωμό του εξοπλιστικού παρασιτισμού; Όταν οιδυνατότητες του Π.Ν. θα έχουν υποθηκευτεί για τα επόμενα 20-30 χρόνια;

Η πρόθεση της αγοράς των φρεγατών από την ελληνική κυβέρνηση μάς φέρνει στοσημείο χωρίς επιστροφή. Ο παραλογισμός των 4+ δισ. για την αγορά ακατάλληλωνόπλων κινδυνεύει να παρασύρει στο διάβα του την οικονομία, τις κοινωνικέςυπηρεσίες και την ίδια την άμυνα της χώρας. Αν η Αριστερά συνεχίσει να σιωπά, ανδεν αναγάγει τις MMSC σε μείζον πολιτικόζήτημα, αν δεν διεκδικήσει τη βέλτιστη σχέση τιμής-απόδοσης για την ενίσχυσητου στόλου και των ενόπλων δυνάμεων, αν δεν απαιτήσει άλλες χρηματοδοτικέςπροτεραιότητες για την κάλυψη άλλων κοινωνικών αναγκών, τότε ο παραλογισμόςαυτός ίσως παρασύρει και την ίδια, βαθύτερα, μέσα στην έλλειψη συνάφειας στηνοποία έχει εδώ και καιρό παγιδευτεί.

02 October 2020

Εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας: Η ελληνική εκδοχή του τέλους της ιστορίας

των Νικόλαου Καραμπέκιου & Ηρακλή Οικονόμου

Οεξευρωπαϊσμός, η βαθμιαία μετάβαση και υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων συμπεριφοράςκαι διακυβέρνησης, αποτέλεσε την προκριμένη εθνική πολιτική για τηναντιμετώπιση και διαχείριση της Τουρκίας από την πλευρά της Ελλάδας. Με άλλαλόγια, η ελληνική προσέγγιση διαχείρισης των τουρκικών διεκδικήσεων διέπετο απότην βασική παραδοχή ότι στο βαθμό που η Τουρκία επεδίωκε να γίνει μέλος της ΕΕ,αυτές οι ακραίες διεκδικήσεις θα λειαίνονταν και θα ‘εγκλωβίζονταν’ στο πλαίσιοτης συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, με αποτέλεσμα να απομειωθεί το ακραίαρεαλιστικό τους ενδεχόμενο, δηλαδή, η πιθανότητα πολεμικής αναμέτρησης. Αυτό θαγινόταν στον βαθμό που οι τουρκικές κοινότητες άσκησης δημόσιας πολιτικής θαγίνονταν κοινωνοί και υπερασπιστές των αρχών της διαπραγμάτευσης, της ειρηνικήςσυμβίωσης, της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, κλπ. υιοθετώντας το ευρωπαϊκό πλαίσιοάσκησης πολιτικής. Αυτή η υπόθεση εργασίας αποτέλεσε την κεντρική πολιτικήπαραδοχή όλων των πρόσφατων ελληνικών κυβερνήσεων. Η συγκεκριμένη παραδοχήσυνοδευόταν από έναν ευρύτερο πλαίσιο θέσεων που τόνιζαν τη δυνητική προστασίατων εθνικών συνόρων μέσα από ευρωπαϊκού επιπέδου στρατιωτικές δομές καθώς καιτην κυρίαρχη σημασία των οικονομικών κινήτρων που διατίθενται από την ΕΕ προςτην Τουρκία ως μέσο κατευνασμού.

Η λογικήσυνοχή του παραπάνω πλαισίου αναφοράς είχε να κάνει με την εκπεφρασμένηεπιδίωξη της Τουρκίας να αποτελέσει μέλος της ΕΕ. Δηλαδή, μόνο εάν η Τουρκία ήθελενα γίνει μέλος της ΕΕ θα αποδεχόταν το κόστος που θα εμπεριείχε η υιοθέτηση τωνπαραπάνω αρχών του δημοκρατικού διαλόγου και της ανεκτικότητας, κάτι που με τηνσειρά του θα οδηγούσε στην απεμπόληση του μέχρι τώρα μοντέλου διακυβέρνησης καιδημόσιας πρακτικής, η οποία χαρακτηρίζεται από αυταρχισμό και έλλειμμαδημοκρατίας. Εάν αποφάσιζε ότι το ευρωπαϊκό μοντέλο δεν της είναι αρεστό ή/καιωφέλιμο, τότε το παραπάνω πλαίσιο αναφοράς έχανε την έλξη του. Γιατί να υποστείκάποιος τη βάσανο των δημοκρατικών ιδεωδών όταν δεν έχει να κερδίσει κάτι; Δεναναφερόμαστε φυσικά στον στόχο της εργαλειακής και à la carte πρόσβασης σεευρωπαϊκά κονδύλια, που παραμένει για την Τουρκία, αλλά στη μόνιμη και οριστικήπρόσδεση στο ευρωπαϊκό άρμα που απεδείχθη απλώς ένα ελληνικό wishful thinking.

Αυτό τοενδεχόμενο δεν απασχόλησε ποτέ τον ελληνικό δημόσιο διάλογο με αποτέλεσμα, τώραπου γίνεται εμφανές ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας δεν αποτελεί στόχο τηςΤουρκικής εθνικής πολιτικής, η χώρα να μην έχει επεξεργασμένα σενάρια άσκησηςπολιτικής. Με άλλα λόγια, όλη η πολιτική τάξη της Ελλάδας έχοντας αποδεχθεί ότιτο ενδεχόμενο της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ θα αποτελούσε το κύριο καιαποκλειστικό εργαλείο διαχείρισης του τουρκικού αναθεωρητισμού, βρίσκεται τώραμπροστά σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο ανυπαρξίας εναλλακτικών σεναρίων συνύπαρξης μετον εξ ανατολών γείτονά της.

Η απόδοσηστην έννοια του εξευρωπαϊσμού τόσο μεγάλη σημασία στις διακρατικές σχέσεις τηςχώρας μπορεί να ιδωθεί μέσα από το σχήμα του τέλους της ιστορίας του Φουκουγιάμα(1992). Γνωστή η προσέγγιση: η ιστορία, ως μία δυναμική διαδικασία μεταξύαντιμαχόμενων ιδεολογικών, πολιτισμικών και πολιτικών δυνάμεων, υποτίθεται ότιθα έληγε με την κατάρρευση του μπλοκ των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού και τηνκατίσχυση των φιλελεύθερων, δυτικών αξιών και δημοκρατιών. Η πρόβλεψηαποδείχθηκε καταφανώς λάθος, όπως έδειξαν μεταξύ άλλων η άνοδος της Κίνας και ηανασύνταξη της Ρωσίας. Έτσι και στη δική μας περίπτωση, με το να αποδώσουν στοενδεχόμενο του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας τόσο μεγάλη αξία διέλαθε της προσοχήςτων εγχώριων διαμορφωτών πολιτικής το ενδεχόμενο η πρόσδεση στις φιλελεύθερεςαξίες της ΕΕ να μην αποτελέσει τελικό σκοπό της Τουρκικής εθνικής πολιτικής. Τονα θεωρήσουν οι Έλληνες διαμορφωτές πολιτικής ότι η ιδεολογική και πολιτικήδιαμάχη με την Τουρκία επρόκειτο να λήξει πάνω στη βάση του ιδεολογήματος τηςευρωπαϊκής πρόσδεσης της Τουρκίας  παραγνώρισε τις ενέργειες και συμπεριφορές τηςίδιας της Τουρκίας. Η εγχώρια κοινότητα διαμόρφωσης πολιτικής διαχρονικάπαρερμήνευε σειρά κινήσεων της γειτονικής χώρας που δεν εντάσσονταν στοκυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο. Πλήθος επιλογών της γείτονας χώρας εντάσονται σεένα σαφώς περισσότερο ενεργητικό μοντέλο διακρατικής συμπεριφοράς (και δεναναφερόμαστε μόνο στις εξωτερικές της σχέσεις αλλά και στην τεχνολογική καιβιομηχανική της πολιτική) μιας χώρας αποφασισμένης να συγγράψει δυναμικά καιαυτόνομα την ιστορία της.

Οι προθέσειςτης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής βασίζονταν σε έναν ευσεβή πόθο. Οαναπληρωτής υπουργός εξωτερικών της ελληνικής κυβέρνησης την περίοδο τουΕλσίνκι σημείωνε εκείνη την περίοδο: «Για τη χώρα μας ο εξευρωπαϊσμόςτης Τουρκίας αποτελεί μοναδική ευκαιρία για να εξομαλυνθούν οιοποιεσδήποτε διενέξεις και να οικοδομηθεί σε στέρεα βάση η ασφάλεια, ησταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη σε ολόκληρη την περιοχή της Βαλκανικήςκαι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στην πορεία του εξευρωπαϊσμούτης Τουρκίας, όσο περνά ο χρόνος, θα αυξάνονται τα πολιτικά καιοικονομικά οφέλη που θα αποκομίζει η χώρα μας» (Ροκόφυλλος 1999).  Τα οφέλη αυτά, όμως, βασίζονταν σε μια υπόθεσηεργασίας: ότι η Τουρκία θα επεδίωκε πράγματι, σταθερά και με συνέπεια τονμετασχηματισμό της που θα καθιστούσε δυνατή την ένταξή της στην ΕΕ, και άρα ότιη Ελλάδα θα της ήταν αναγκαία σε αυτή την προσπάθεια. Το ενδεχόμενο αλλαγήςπροσανατολισμού της Τουρκίας δεν ελήφθη ποτέ σοβαρά υπόψη.

Και μπορεί ηένταξη της Κύπρου στην ΕΕ να αποτελεί πράγματι ένα επίτευγμα της ελληνικήςεξωτερικής πολιτικής, αλλά αυτό δεν αναιρεί το ερμηνευτικό σφάλμα πάνω στοοποίο βασίστηκε η ελληνική προσέγγιση. Αν είχαμε να κάνουμε με μια αποδοχή απότην Ελλάδα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας σε επίπεδο τακτικής ώστε ναπροωθηθεί η ένταξη της Κύπρου τότε δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Το πρόβλημα προέκυψεαπό την υιοθέτηση από την Ελλάδα (σε επίπεδο στρατηγικής σκέψης) της υπόθεσηςότι η Τουρκία θα δρούσε πλέον με τρόπο που θα της εξασφάλιζε τη συμμετοχή τηςστη διεύρυνση της ΕΕ. Κοινώς, αντί η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας νααποτελέσει τακτικό εργαλείο για την ελληνική εξωτερική πολιτική, κι έναενδεχόμενο μεταξύ πολλών άλλων, μετετράπη σε στρατηγικό θεμέλιο αυτής τηςπολιτικής.

Οι Έλληνεςδιεθνολόγοι πρωτοστάτησαν στην πρόταξη της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας,συμβάλλοντας στην αδράνεια που προέκυψε. Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος (2017) παρουσιάζειως εξής το σκεπτικό της προώθησης αυτής της προοπτικής: «Το 2005 η ευρωπαϊκήπροοπτική της Τουρκίας συγκέντρωνε την αποδοχή του 74% της τουρκικής κοινωνίας.Για τη Δύση μια ευρωπαϊκή Τουρκία θα ήταν μια απόδειξη ότι το Ισλάμ, ηδημοκρατία και η νεωτερικότητα μπορούν να συνυπάρξουν. Η επιτυχία τουεγχειρήματος θα ξόρκιζε το σκοτεινό σενάριο του Χάντιγκτον για τη σύγκρουση τωνπολιτισμών. Η Τουρκία θα αποτελούσε το μοντέλο για τον υπόλοιπο μουσουλμανικόκόσμο. Για την Ελλάδα η προοπτική μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής Τουρκίας θασήμαινε άμβλυνση της τουρκικής επιθετικότητας και ειρηνική συνύπαρξη». Η σύγχυσηιδεολογίας, επιθυμίας και πραγματικότητας είναι αξιοπρόσεκτη: η ανάλυση και ηπρόβλεψη της πραγματικότητας (ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας) βασιζόταν στηνπροσμονή επιθυμητών ιδεολογικών αποτελεσμάτων (διάψευση του Χάντινγκτον,συνύπαρξη Ισλάμ και δημοκρατίας, κλπ.), αντί να συμβαίνει το αντίθετο – αντίδηλαδή το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να βασιστεί στην ορθήανάλυση και πρόβλεψη της πραγματικότητας.

Πώς μπορείνα ερμηνευθεί αυτή η αποτυχία πολιτικών και διεθνολόγων να προβλέψουν τηνεξέλιξη της Τουρκίας σε επίπεδο διεθνούς προσανατολισμού της; Καταρχήν, τοσχήμα του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας εξυπηρέτησε τον προσανατολισμό μιας χώραςόπως η Ελλάδα, η οποία ουσιαστικά επεδίωκε να δικαιολογήσει την υποκατάστασητης δικής της εξωτερικής πολιτικής από τις προτεραιότητες των Ευρωπαίων συμμάχωντης. Η σύναψη συμμαχιών για μια χώρα που διαθέτει αυτόνομο εξωτερικόπροσανατολισμό είναι μέσο και όχι σκοπός πολιτικής. Στην περίπτωσή της Ελλάδας,ο σκοπός υποκαταστάθηκε από το μέσο: η Ευρώπη ως σκοπός και ως μέσο θα ωφελούσεσε κάθε περίπτωση την Ελλάδα, είτε αλλάζοντας την Τουρκία προς τοδημοκρατικότερο και το ειρηνικότερο, είτε αποκλείοντας την Τουρκία από τηδιαδικασία ολοκλήρωσης και προσδίδοντας έτσι στρατηγικό πλεονέκτημα στηνΕλλάδα. Και να, όμως, που εν έτει 2020 η Τουρκία είναι «απ’ έξω» χωρίς η Ελλάδανα απολαμβάνει του υποτιθέμενου πλεονεκτήματος που θα της προσέδιδε αυτομάτως οαποκλεισμός της Τουρκίας από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Με άλλαλόγια, σε επίπεδο στοχασμού και ανάλυσης η Ελλάδα παρέμεινε προσκολλημένη στοεννοιολογικό δίπολο ένταξη / μη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, αντί να δει και ναπροβλέψει εγκαίρως το πραγματικό δίπολο που θα προέκυπτε στην πορεία:αποτελεσματική / αναποτελεσματική ανάσχεση μιας αυτονομημένης καιισχυροποιημένης Τουρκίας. Ουσιαστική, η ελληνική προσέγγιση αποτέλεσεαντανάκλαση της ελληνικής κατάστασης και προβολή της στην Τουρκία: η Τουρκία θααποκτούσε σχέσεις εξάρτησης με την ευρωπαϊκή της προοπτική και άρα θα έκανε ταπάντα για να την υλοποιήσει. Αυτό που ισχύει όμως για την Ελλάδα απεδείχθηπερίτρανα ότι δεν ισχύει για την Τουρκία – μια χώρα που δεν διστάζει τη μίαμέρα να καταρρίπτει ρωσικό αεροσκάφος και την άλλη να αγοράζει τελευταίαςτεχνολογίας ρωσικούς αντιαεροπορικούς πυραύλους αγνοώντας τη βούληση των ΗΠΑκαι του ΝΑΤΟ, και που δεν διστάζει εξίσου να επέμβει στρατιωτικά στη Συρία ήστη Λιβύη για να προασπίσει ό,τι αντιλαμβάνεται ως εθνικό της συμφέρον.

Ουσιαστικά,πίσω από την παρανόηση του πώς θα εξελισσόταν ο διεθνής τουρκικόςπροσανατολισμός κρύβεται μια βαθύτερη παρανόηση: η υπερεκτίμηση της ΕΕ ως πόλοςέλξης μιας χώρας σαν την Τουρκία. Η βάση αυτής της υπερεκτίμησης είναιιδεολογική: η προσκόλληση του κατεστημένου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικήςσε έναν παρωχημένο ευρωπαϊσμό ο οποίος άκριτα υπέθετε ότι το «καρότο» τηςένταξης θα ήταν τόσο ισχυρό ώστε να επιβάλλει μια συγκεκριμένη «πειθάρχηση»στην Τουρκία προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων. Ακόμα και τώρα που είναιξεκάθαρο ότι το ελληνικό «στοίχημα» αναφορικά με την ελκυστικότητα της ΕΕ καιτης ένταξής της σ’ αυτήν απέτυχε παταγωδώς, ο παρατηρητής των διεθνών σχέσεωνκαι της εξωτερικής πολιτικής δεν θα διαβάσει πουθενά ένα σύντομο έστω σχόλιο γιατην αδυναμία της ΕΕ να αποτελέσει πραγματικό θεμέλιο της ελληνικής στρατηγικήςμετασχηματισμού της τουρκικής απειλής. Η mainstream ανάγνωση είναι ότι ηΤουρκία απομακρύνθηκε από την Ένωση επειδή εντός της κυριάρχησε η εθνικιστικήκαι ισλαμιστική μερίδα των εγχώριων ελίτ. Κι όμως, αυτό το ενδεχόμενο είχεεπισημανθεί από νωρίς: «Αν και υπάρχει μια ξεκάθαρη ευρωπαϊστική πλειοψηφίαεντός του πληθυσμού, υπάρχουν σημαίνουσες εθνικιστικές και ισλαμιστικές ομάδεςπου ισχυρίζονται ότι για λόγους εθνικού συμφέροντος, θρησκείας και κουλτούρας,το μέλλον της Τουρκίας δεν βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (MacLennan2009: 23). Χωρίς να αμφισβητείται η ορθότητα αυτής της παρατήρησης, ισχυριζόμαστεότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από την Ευρώπη πρέπει να ειδωθεί παράλληλα καιως μια αποτυχία της Ένωσης – ή, ακριβέστερα, ως μια ένδειξη των ορίων τηςπολυδιαφημισμένης μετασχηματιστικής επίδρασης της ΕΕ στην Τουρκία ως υπό ένταξηχώρα. Σε αυτή την επίδραση πόνταρε η Ελλάδα, δίχως να υπάρχει καμία ένδειξη ότιτο ποντάρισμα απέφερε τα αναμενόμενα κέρδη.

Ακόμαχειρότερα, μην αναγνωρίζοντας την αποτυχία της ευρωπαϊκής προοπτικής τηςΤουρκίας ως βασικό εργαλείο της ελληνικής διπλωματίας, η Ελλάδα κινδυνεύει ναμην αντλήσει ούτε καν τα απαραίτητα διδάγματα από αυτό το λάθος ποντάρισμα.Καταρχήν, η ΕΕ δεν απεδείχθη αρκετά σημαντική και απαραίτητη για την Τουρκία,για να το θέσουμε ωμά. Αφενός, η έλλειψη βούλησης από συγκεκριμένα κράτη-μέληνα αποδεχθούν την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ μείωσε περαιτέρω την ισχύ τηςευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. Αφετέρου, το διπλωματικό μέγεθος της Ένωσης ωςενιαίου «παίκτη» στη διεθνή σκακιέρα είναι σαφώς μικρότερο πρακτικά, «στοέδαφος», απ’ ό,τι θα ήθελε η ευρωπαϊστική ρητορεία της Κομισιόν. Κι αν αυτόισχύει μία φορά ως γενική παρατήρηση, ισχύει πολλαπλάσια για μια χώρα όπως ηΤουρκία που φαίνεται να χαράσσει μια αυτόνομη πορεία έναντι τόσο της Ευρώπηςόσο και των ΗΠΑ.

Βιβλιογραφία

Αρβανιτόπουλος, Κωνσταντίνος (2017), «Οι Σχέσεις Ευρώπης-Τουρκίας», Τα Νέα, 9 Οκτωβρίου 2017. Διαθέσιμο σε: https://www.tanea.gr/2017/10/09/opinions/oi-sxeseis-eyrwpis-toyrkias/

Ροκόφυλλος,Χρήστος (1999), «Τα πλεονεκτήματα από την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας», Ημερησία, 20 Δεκεμβρίου 1999.

Φουκουγιάμα,Φράνσις (1992), Το Τέλος της Ιστορίας καιο Τελευταίος Άνθρωπος, Αθήνα: Λιβάνης.

MacLennan, Julio Crespo (2009), ‘The EU-Turkey Negotiations: Between theSiege of Vienna and the Reconquest of Constantinopole’, σε Constantine Arvanitopoulos (επιμ.), Turkey’s Accession to the European Union: An Unusual Candidacy, Βερολίνο: Springer, σελ.21-30.

07 September 2020

Πεθαίνοντας από ασφάλεια: Η ελληνική παράνοια των εξοπλισμών

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ

του Ηρακλή Οικονόμου

Η ελληνική κυβέρνηση ετοιμάζεται να εγκρίνει ένα πρόγραμμα-μαμούθ νέων εξοπλισμών που θα αγγίξει μακροπρόθεσμα τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Η μερίδα του λέοντος αυτού του τεράστιου ποσού προορίζεται για την απόκτηση γαλλικών μαχητικών Rafale και αμερικανικών ή γαλλικών φρεγατών. Εάν ολοκληρωθεί, αυτή η αγορά θα αποτελέσει το καρφί στο φέρετρο – χωρίς ίχνος υπερβολής. Και όποιος ενδιαφέρεται για τη μοίρα αυτής της χώρας κι αυτής της κοινωνίας οφείλει να εναντιωθεί σε αυτή την πράξη απόλυτης παράνοιας.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ, είναι τρελό η οικονομία μιας χώρας να καταγράφει ύφεση τριμήνου15,5% με πρόβλεψη έτους ύφεση ύψους 9% – 10% και η κυβέρνηση αυτής της χώρας ναεπιλέγει έκτακτο πακέτο στρατιωτικών δαπανών και μάλιστα τέτοιου ύψους.Φαίνεται ότι η εμπειρία των μνημονίων κατά τη μαύρη δεκαετία 2010-2020 δεν μαςέμαθε τίποτα, όπως τίποτα δεν διδαχθήκαμε κι από τη συσσώρευση δημοσίου χρέουςκαι την έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων προήλθεακριβώς από τις αλόγιστες στρατιωτικές δαπάνες.

Και να πεις ότι δεν θυσιάζουμε ήδη την οικονομία για τους εξοπλισμούς… ΗΕλλάδα είναι δεύτερη σε όλο το ΝΑΤΟ όσον αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες ωςποσοστό του ΑΕΠ με 2,24% του ΑΕΠ να πηγαίνει για όπλα και μισθούς στρατιωτικών.Μόνο οι ΗΠΑ μας ξεπερνάνε, με 3,42%, ενώ το ποσοστό της Τουρκίας είναι στο1,89%. Όσο για τις ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις, τη Γαλλία και τη Γερμανία, τοποσοστό τους είναι 1,84% και 1,36% αντίστοιχα (στοιχεία του ΝΑΤΟ για το 2019). Καιβέβαια, όταν μιλάμε για εξοπλιστικές δαπάνες, εννοούμε τις πλέοναντιπαραγωγικές δαπάνες – βόμβες και λαμαρίνες που συσσωρεύονται σε αποθήκες,τη στιγμή που η χώρα υποφέρει από αποβιομηχάνιση κι από έλλειψη παραγωγικώνυποδομών. Για να μην μιλήσουμε για τις κοινωνικές δαπάνες που τόσο πολύαναγκαίες είναι, όπως φώτισε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο η πανδημία τουκορονοϊού και οι ελλείψεις σε προσωπικό, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ, η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα οπλοστάσιο που παραπέμπει σε ευρωπαϊκήστρατιωτική υπερδύναμη παρά σε μια μικρή χώρα περιφερειακής σημασίας καιεμβέλειας. Μεταξύ άλλων έχουμε τα καλύτερα συμβατικά υποβρύχια παγκοσμίως (Type 214), τα καλύτερα άρματα μάχης παγκοσμίως (Leopard 2HEL), κορυφαία ελικόπτεραναυτικής συνεργασίας (S-70B), μια κορυφαία αντιαεροπορική άμυνα πολλαπλού βεληνεκούςκαι συστημάτων (Patriot, S-300, Improved Hawk, Skyguard, SA-8,TOR M1), κορυφαίες φρεγάτεςπου πρόκειται να εκσυγχρονιστούν (Meko 200), κορυφαίεςπυραυλακάτους (Super Vita), κορυφαία μαχητικά F-16 τα οποία μόλις πέρυσισυμφωνήσαμε να εκσυγχρονίσουμε στην τεχνολογικά ανώτατη εκδοχή τους (Viper) και Mirage 2000-5 που κυριαρχούνστις αναχαιτίσεις στο Αιγαίο, υποστρατηγικά όπλα όπως οι πύραυλοι αέρος-εδάφουςScalp, κορυφαίους πυραύλουςεπιφανείας-επιφανείας Exocet με εκτοξευτήρες σε ξηράκαι θάλασσα, και πάει λέγοντας. Η χώρα είναι οπλισμένη σαν αστακός. Δεν είναιΛιβύη και Συρία, με τα πολυβόλα φορτωμένα πάνω σε αγροτικά φορτηγάκια… Και άρα,μπορεί ήδη να αμυνθεί επαρκώς απέναντι στον Ερντογάν – ο οποίος παρά τοαπρόβλεπτο προσωπείο του εκφράζει με συνέπεια τον επεκτατισμό μιας πανίσχυρηςτουρκικής ελίτ με τεράστιες βιομηχανικές δυνατότητες, με ημι-αυτόνομο διεθνή προσανατολισμό,και με βούληση προβολής ισχύος στο εξωτερικό.

Αλλά ακόμα κι αν υποτεθεί ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις χρειάζονται ένα…lifting, αυτό μπορεί κάλλιστα ναεπιτευχθεί με εκσυγχρονισμό υπάρχοντων οπλικών συστημάτων ή την αγοράμεταχειρισμένων. Για παράδειγμα, εάν λείπουν μαχητικά από την ΠολεμικήΑεροπορία, θα μπορούσε κάλλιστα να διαπραγματευθεί την αγορά μεταχειρισμένων Mirage 2000-5 από τρίτες χώρες που τα χρησιμοποιούν ή ακόμηκαλύτερα από τους Γάλλους φίλους μας, αυξάνοντας έτσι τις διαθέσιμες μονάδεςενός όπλου που ήδη διαθέτουμε. Εάν μας λείπουν φρεγάτες, οι Ολλανδοί, οιΓερμανοί και οι Άγγλοι σύμμαχοί μας ξεφορτώνονται αξιόμαχα πλοία που θαπροσέθεταν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά στην ισχύ του Πολεμικού Ναυτικούχωρίς να δημιουργούν πονοκεφάλους λόγω πολυτυπίας και κόστους αγοράς καισυντήρησης. Και ο Στρατός Ξηράς έχει ατελείωτες ευκαιρίες ανανέωσης τουαρματικού και πυραυλικού δυναμικού του, από μεταχειρισμένα Leopard 2 μέχρι τεθωρακισμένα οχήματα μάχης, αυτοκινούμεναπυροβόλα και αντιαρματικούς πυραύλους, αρκεί οι αξιωματικοί να ασχοληθούν στασοβαρά με αυτή την αναζήτηση μεταχειρισμένου υλικού και όχι με το ποια σύμβασηαγοράς πανάκριβου νέου υλικού θα είναι επωφελέστερη για τους ίδιους. Δυστυχώς,βλέπουμε την ακριβώς αντίθετη δυναμική: διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις καιστρατιωτικές ηγεσίες σνομπάρουν με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο κάθε ευκαιρίααπόκτησης φτηνού αλλά χρήσιμου μεταχειρισμένου υλικού ώστε να διατηρείταιυπαρκτή η άλφα ή βήτα εξοπλιστική ανάγκη, η οποία μετά καλύπτεται με την αγοράνέων οπλικών συστημάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η αγορά μαχητικών μακράς ακτίνας δράσης και φρεγατώναντιαεροπορικής άμυνας είναι εμφανές ότι προορίζεται για μια πολεμικήαναμέτρηση εκτός του Αιγαίου Πελάγους, το οποίο είναι γεμάτο νησιά καιβραχονησίδες ιδανικές για την άμυνα με μικρές και ευέλικτες ναυτικές μονάδες, τηνεγκατάσταση εκτοξευτήρων παράκτιας και αντιαεροπορικής άμυνας, τη διασπορά τηςαεροπορίας σε πλήθος περιφερειακών αεροδρομίων, και πάει λέγοντας. Με άλλαλόγια, η άμυνα του Αιγαίου Πελάγους είναι απολύτως εφικτή με το διαθέσιμοοπλοστάσιο της χώρας και με τη συνήθη συντήρηση και αναβάθμισή του. Όσο για τηνΚύπρο, αν η Ελλάδα θέλει να συμβάλλει στην άμυνά της μπορεί να παρκάρει εκείόποιο οπλικό σύστημα θέλει, αντί να το στέλνει στη Σαουδική Αραβία. Σίγουρα,πάντως, δεν χρειάζεται 10 δις. σε εξοπλισμούς. Γιατί λοιπόν θέλει η κυβέρνηση ταόπλα; Μα για να υπερασπιστεί την αχανή θαλάσσια έκταση μεταξύ Καστελόριζου καιΚύπρου που καμία σχέση δεν έχει με το Αιγαίο ή τον Έβρο ή την Κύπρο ή τοΚαστελόριζο ή οτιδήποτε μπορεί να νοηθεί ως εθνικός χώρος, επικράτεια κλπ.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ, η μετατόπιση της αμυντικής εστίασης από το Αιγαίο στηνΑνατολική Μεσόγειο συνιστά λάθος ιστορικών διαστάσεων – έναν τυχοδιωκτισμό πουέχει σαθρή βάση στο διεθνές δίκαιο αλλά και που στρατηγικά συνιστά αυτοκτονίαγια τη χώρα. Το τίμημα της εμπλοκής μας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι τεράστιο:συνεχείς εντάσεις με την Τουρκία, συνεχείς και πανάκριβοι εξοπλισμοί για ναελεγχθεί αυτή η αχανής περιοχή, ασύλληπτη διασπορά δυνάμεων, και εν τέλει απώλειαεπαφής με την πραγματικότητα. Η ιδέα ότι η Ελλάδα θα ελέγχει στρατιωτικά τηνΑνατολική Μεσόγειο είναι το στρατηγικό αντίστοιχο της σχιζοφρένειας.

Λίγο ακόμα και θα πιστέψουμε στ’ αλήθεια αυτό που προπαγανδίζουν κάποιοι«σύμμαχοί» μας – ότι δηλαδή πράγματι η Ανατολική Μεσόγειος μάς ανήκει καιπράγματι μπορούμε να την υπερασπιστούμε και πάει λέγοντας. Αυτός ο κίνδυνοςείναι μεγαλύτερος από οποιονδήποτε άλλο. Μέχρι χθες-προχθές, πολιτικοί,καθηγητές και στρατιωτικοί δεν ήξεραν καν τι σημαίνει ΑΟΖ και πού πέφτει ηΑνατολική Μεσόγειος πάνω στον χάρτη, και τώρα ξαφνικά έγινε η πλήρης επήρειατου Καστελόριζου το πανάρχαιο εθνικό μας δίκαιο; Η κυβέρνηση κλείνει τονλιγνίτη και επιδοτεί ηλεκτρικά αυτοκίνητα, και τώρα ξαφνικά ανακαλύψαμε τηγοητεία των (αμφιβόλου εκμεταλλευσιμότητας) κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων; Είναιεμφανές ότι πίσω από αυτή την εθνική ψύχωση με την Ανατολική Μεσόγειο κρύβονταιβλέψεις και αντιθέσεις διεθνούς χαρακτήρα: η επιθυμία των ΗΠΑ να σκοράρειπόντους έναντι Ρωσίας και Κίνας στον νέο Ψυχρό Πόλεμο, η βούληση της Γαλλίας ναπροωθήσει τον τεράστιο εξοπλιστικό της κλάδο προστατεύοντας παράλληλα τασυμβόλαια που έχουν εξασφαλίσει οι πετρελαϊκές της εταιρείες, ο ειδικός ρόλοςτου Ισραήλ ως «φαροφύλακα» της δυτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, και πάειλέγοντας. Κανένα «εθνικό» συμφέρον δεν υπηρετείται από την εμπλοκή μας με τηνΑνατολική Μεσόγειο, εκτός κι αν – παραφράζοντας τη γνωστή ρήση – πιστέψουμε ότι…ό,τι είναι καλό για τη Dassault και τη Lockheed Martin είναι καλό για τηνΕλλάδα.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ, στέλνουμε το λάθος μήνυμα στην Τουρκία αλλά πρωτίστως στουςεαυτούς μας. Η επιλογή των εξοπλισμών (και μάλιστα τέτοιας εξωφρενικής κλίμακας)λέει στον άλλον ότι προκρίνουμε τη στρατιωτική λύση. Μην ακούω κλισέ για τηνειρήνη που εξασφαλίζουμε προετοιμαζόμενοι για πόλεμο… την ειρήνη τηνεξασφαλίζουμε προετοιμαζόμενοι για ειρήνη και προωθώντας κινήσεις πουπραγματικά συμβάλλουν στην ειρήνη: διαπραγματεύσεις, διάλογος, χρήσηδιπλωματικών εργαλείων. Δεν χαράσσονται ΑΟΖ με νέες φρεγάτες, όπως δενχαράσσονται ΑΟΖ με τους θαλάσσιους τσαμπουκάδες της Τουρκίας και με το τουρκο-λιβυκόσύμφωνο – το οποίο, by the way, πάτησε πάνω σε τεράστιες διπλωματικές και όχι βεβαίως εξοπλιστικέςαδυναμίες της Ελλάδας.

Κι ούτε εξασφαλίζουμε και καμία αποτροπή με τους εξοπλισμούς. Ανεβαίνονταςσκαλί στρατιωτικά (το Rafale δεν έχει καμία σχέση ωςεπιθετικό όπλο με οτιδήποτε διαθέτει η τουρκική αεροπορία, η οποία σημειωτέονεκδιώχθηκε από το πρόγραμμα του αμερικανικού μαχητικού F-35), τροφοδοτούμε έναν νέο γύρο κούρσας των εξοπλισμώνπου προφανώς θα έχει απάντηση από την Τουρκία και που θα μας φέρει απλώς πιοκοντά στην πολεμική αναμέτρηση. Ακόμα χειρότερα, η εξοπλιστική …αστακοποίησητης Ελλάδας θα μπορούσε να απομακρύνει εντελώς την ανάγκη διαλόγου από τακεφάλια όσων λαμβάνουν τις αποφάσεις – να δώσει δηλαδή τέτοιο αίσθημαυπεροπλίας και μεγαλείου που θα εξαλείψει εντελώς τις φωνές εκείνες πουαντιστέκονται στη διπλωματία των κανονιοφόρων και προκρίνουν τη διπλωματία τωνδιπλωματών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, πολύ εύκολα (ευκολότερα απ’ ό,τι θα ήθελαν να νομίσετε οιδιευθυντές αμυντικών ιστοσελίδων, οι έμποροι όπλων και οκυβερνητικός-κομματικός στρατός από διεθνολόγους) η εκστρατεία ελέγχου της ΑνατολικήςΜεσογείου θα μπορούσε να αποβεί απολύτως καταστροφική για την Ελλάδα. Τα 10 δις.για μαχητικά και φρεγάτες είναι η εξοπλιστική προέκταση μιας μεγαλομανίας καιενός τυχοδιωκτισμού που αποτελούν κακό σύμβουλο για τη χάραξη εθνικήςστρατηγικής. Το μόνο που έρχεται στο μυαλό ως ιστορικό αντίστοιχο αυτής τηςμεγαλομανίας είναι η Μικρασιατική Καταστροφή. Και προϋπόθεση για να αποφύγουμε μιατέτοιας κλίμακας καταστροφή είναι να εκφραστεί με κάθε τρόπο ένα μεγάλο «όχι»στο νέο εξοπλιστικό πακέτο που έχει στα σκαριά η κυβέρνηση.

16 May 2020

Κων/νος Φιλιππακόπουλος: Παγκόσμια αταξία και κοινωνικός μετασχηματισμός

Παγκόσμια αταξία και κοινωνικός μετασχηματισμός

Συνέντευξη με τον πολιτικό επιστήμονα Κων/νο Φιλιππακόπουλο

τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου

Ανξεχωρίζαμε ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει το διεθνές περιβάλλον σήμερα, αυτό θαήταν ο τρομερός κατακερματισμός του παγκόσμιου συστήματος – μια πραγματικήπαγκόσμια αταξία. Πώς ερμηνεύεται αυτή;

Ο πολυπολικός κόσμος που έχει διαμορφωθεί δεν επιτρέπειστις ΗΠΑ να επιβάλουν στους συμμάχους τους όλα τους τα θέλω με κύρια αιτία ότιτα συμφέροντα είναι συνεχώς θεμελιωδώς αντικρουόμενα. Δεν υπάρχει πια η πάλητων αντιθέτων καπιταλισμός – σοσιαλισμός που δημιουργούσε αντικειμενικέςενοποιητικές τάσεις στο εσωτερικό των αντίπαλων στρατοπέδων. Σήμερα, και αυτόαρχίζει μόλις τώρα να διαφαίνεται, κρατικά μορφώματα, τα οποία πρέπει ναυπερασπίζονται συγκεκριμένα τοπικά ταξικά οικονομικά και άλλα «εθνικά» συμφέροντα,διαγκωνίζονται για την επιβολή των απόψεών τους χρησιμοποιώντας ακόμα καιστρατιωτικά μέσα έστω και σε αντίθεση με τις «πολιτικές επιθυμίες» των μεγάλωνκαι ιστορικών νταβατζήδων της διεθνούς τάξης. Αν τώρα η επίθεση της Τουρκίας σεμία τόσο εύφλεκτη περιοχή όπως είναι η Μέση Ανατολή δημιουργεί προϋποθέσειςμεταβολής των υπαρχόντων συμμαχιών σε συνδυασμό με τις ενδοαστικές συγκρούσεις καιδιαφορές απόψεων στο εσωτερικό των μεγάλων κρατών (βλ. ΗΠΑ, Κίνα, Γερμανία,Ρωσία, Γαλλία, κλπ.), αυτή η συνθήκη θα αναδείξει ξεκάθαρα, για όσους δεν τοέβλεπαν μέχρι τώρα, την απουσία απόλυτου ελέγχου και περιορισμού των ενδυνάμει ποιοτικών κοινωνικών μεταβολών σε κράτη και περιοχές της περιφέρειας,που είναι όμως εξαιρετικά κρίσιμες για τα κομβικά κράτη των διάφορωνιμπεριαλιστικών κέντρων.  Νομίζω πως περνάμε από τις πολιτικέςεπαναστάσεις σε προοίμια κοινωνικών επαναστάσεων και πάλι βέβαια στουςαδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας αλλά με πολύ μεγαλύτερες και πιοουσιαστικές επιπτώσεις στους δυνατούς κρίκους της τελευταίας από αυτές που είχεπροκαλέσει η επανάσταση του Οκτώβρη.

Τι εννοείςμε αυτή τη διάκριση πολιτικών-κοινωνικών επαναστάσεων;

Ο όρος πολιτική επανάσταση στη μαρξιστικήιστοριογραφία και πολιτική οικονομία χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δενέχει ως σκοπό την ανατροπή των σε ισχύ παραγωγικών σχέσεων. Αντίθετα ο όροςκοινωνική επανάσταση χρησιμοποιείται για δείξει ότι σκοπός είναι η ριζικήμεταβολή των παραγωγικών σχέσεων.

Και γιατί τώρα θα είναι μεγαλύτερες και πιοουσιαστικές οι επιπτώσεις των εξεγέρσεων/μεταβολών από την περιφέρεια στοκέντρο? Γιατί τώρα π.χ. μια εξέγερση στην Τουρκία ή στο Ιράν ή στην Αίγυπτο θα επηρέαζετο κέντρο περισσότερο από την εποχή του Νάσσερ ή του Αγιατολάχ Χομεϊνί?

Μετά την έναρξη της εντατικοποιημένης παγκοσμιοποίησηςτων οικονομικών σχέσεων με την καθολική επέκταση και διαπλοκή των οικονομικώνδεσμών μεταξύ όλων σχεδόν των κρατών, μέσα από την πλήρη απελευθέρωση τηςκίνησης των κεφαλαίων και της απορρύθμισης της αγοράς, η ανατροπή τωνυφιστάμενων παραγωγικών σχέσεων σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη προκαλεί πολύμεγαλύτερες επιπτώσεις στη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος από εκείνεςπου προκάλεσε για παράδειγμα η Ρώσικη επανάσταση. Το 1917 ο κίνδυνος από τηΡώσικη επανάσταση δεν ήταν συστημικός αλλά παραδειγματικός. Το 2019 μία νέα Κινέζικηκοινωνική επανάσταση μπορεί να προκαλέσει απίστευτες αλυσιδωτές αντιδράσειςμέσα στον κύριο κορμό της καπιταλιστικής οικονομίας. Παρατηρούμε ότιεπαναστατικές μεταβολές αρκετά αμφιλεγόμενες ως προς τους στόχους τους και σεχώρες ελάχιστης επιρροής στις διεθνείς οικονομικές ισορροπίες (βλ. Υεμένη) προκαλούνσοβαρά προβλήματα στις τελευταίες. Οι επαναστάσεις του Νάσσερ στην Αίγυπτο καιτου Χομεϊνί στο Ιράν ήταν πολιτικές επαναστάσεις που όμως ακόμα και αυτέςδιατάραξαν και η μία ακόμα διαταράσσει τις ζητούμενες από το σύστημαισορροπίες. Με την αύξηση της έντασης των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αποτέλεσματης όξυνσης των οικονομικών αδιεξόδων, που οδηγεί καθημερινά στην αύξηση τηςχρήσης στρατιωτικών μέσων για ιδιαίτερα προσωρινές αποκαταστάσεις των αναγκαίωνγια το σύστημα ισορροπιών (βλ. Αραβική Άνοιξη), κοινωνικές επαναστάσεις στηνπεριφέρεια θα προκαλέσουν μεγάλες αναταραχές στις κοινωνικές δομές τωνιμπεριαλιστικών κέντρων. Με τις σημερινές δυνατότητες μετακίνησης των ανθρώπων καιτων συστημάτων επικοινωνίας για τη μεταφορά της πληροφορίας, επαναστατικέςεκρήξεις, όπως παρατηρούμε, δημιουργούν τεράστιες μεταναστευτικές ροές, που δενπεριορίζονται, όπως κάποτε, στα όμορα κράτη (σφαγή Αρμενίων, Ποντίων,μικρασιατική καταστροφή, κλπ.) αλλά κατευθύνονται στην καρδιά τωνιμπεριαλιστικών κέντρων. Τέλος, οι εμπορικοί πόλεμοι που αναπτύσσονται μέρα μετη μέρα εμπλέκουν πλέον όχι μόνον τους σχεδιαστές αυτών των πολέμων αλλά όλεςτις χώρες γιατί η παραγωγή των αγαθών ανήκει πλέον σε μεγάλο βαθμό στηνπεριφέρεια. Για παράδειγμα ένας δασμός των ΗΠΑ σε ένα προϊόν της Κίνας καιαντίστροφα επηρεάζει αποφασιστικά και τις οικονομίες της Ευρώπης γιατί η αγοράτων αγαθών και των κεφαλαίων είναι σήμερα σε μεγάλο βαθμό ενοποιημένη.

Άρα κάθε κοινωνική επανάσταση, η οποία θαπετύχει σε κάποια χώρα (φυσικά όχι αν γίνει στο Μπενίν) αντίστοιχη στη σημερινήδιάρθρωση της καπιταλιστικής οικονομίας, όπως η Ρωσία το ’17 δηλαδή ας πούμεΒραζιλία, Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος, Ιράν, Σαουδική Αραβία,Κορέα, Αργεντινή, κλπ, θα έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στη διατήρηση τουstatus quo. Αυτό που χρειαζόμαστε πλέον είναι ένα νέο κύμα κοινωνικώνεπαναστάσεων και οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα προκαλέσουν θα είναι πολύ πιοδύσκολα διαχειρίσιμες από το σύστημα κυρίως στην προσπάθειά του να απομονώσειτον επαναστατικό ιό πριν μολύνει και το υπόλοιπο σώμα του. Το πέτυχε με σχετικήευκολία στο μεσοπόλεμο με την τότε Σοβιετική Ένωση, έχασε κάπως τον έλεγχο τηςαπομόνωσης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σήμερα το ανοσοποιητικό τουδυναμικό είναι εξαιρετικά καταπονημένο ώστε σε μία τέτοια επίθεση οι πιθανότητεςνα καταρρεύσει και με αρκετή ταχύτητα είναι πολύ μεγαλύτερες.

Για ποιαπράγματα διαφωνούν μεταξύ τους μερίδες της αστικής τάξης στον σύγχρονοκαπιταλισμό; Και ποια μορφή λαμβάνουν οι ενδοαστικές συγκρούσεις;Είναι το Brexit;Είναι οι σχέσεις με τη Ρωσία;

Είναι φανερό ότι οιενδοαστικές συγκρούσεις στο εσωτερικό κρατών παρουσιάζονται μέχρι στιγμής μόνοστα κράτη της περιφέρειας, όπου για ποικίλους λόγους κυρίως οικονομικούς, δενέχουν παγιωθεί οι θεσμικές ρυθμίσεις λειτουργίας του συστήματος (παγιωμένηαστική κοινοβουλευτική δημοκρατία). Οι κρίσιμες συγκρούσεις ενδοαστικών συμφερόντωνεπιλύονται πολλές φορές και με τη χρήση όπλων. Τέτοια φαινόμενα παρατηρούνταικυρίως σε κράτη της περιφέρειας. Για παράδειγμα το Brexit είναι σοβαρήενδοαστική σύγκρουση που αν συνέβαινε σε κράτος της περιφέρειας μπορούσεδυνητικά να οδηγήσει και σε πολιτική επανάσταση. Στην Αγγλία αυτή ενδοαστικήσύγκρουση παρά τη σφοδρότητά της θα επιλυθεί μέσα από περίπλοκους συμβιβασμούςκαι θεσμικές ρυθμίσεις που βασικός τους σκοπός είναι να ηττηθεί η «άλλη πλευρά»χωρίς όμως να ενεργοποιηθούν πέραν του κρίσιμου σημείου τα ταξικάαντανακλαστικά της εργατικής τάξης. Πρέπει το επίχρισμα της ιερότητας τωνθεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να μην υπονομευτεί πέραν του σημείουεκείνου που να αναδυθεί η ανάγκη για ποιοτικές κοινωνικές μεταβολές.

Έχω την εντύπωση ότικάποιοι σοβαροί περιορισμοί της ανεξαρτησίας των χρηματιστών του Λονδίνου σεσχέση με την προσπάθεια της Γερμανίας να ελέγξει προς όφελός της κάθεοικονομική εξέλιξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγεί τις δυνάμεις του Brexit σεπροφανή συνεννόηση και με δυνάμεις στις ΗΠΑ. Βλέπει κανείς για παράδειγμα ότιοι εξαγωγές των ΗΠΑ προς Κίνα κατά κύριο λόγο είναι αγροτικά αγαθά ενώ οιεισαγωγές τους εκτείνονται από σπάνια μέταλλα μέχρι όλων των ειδών βιομηχανικέςπαραγωγές. Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να εγκαταλείψει η Κίνα το δολάριοως εργαλείο συσσώρευσης μέσω της συνεχούς αγοράς των αμερικανικών κρατικώνομολόγων. Παράλληλα οι ΗΠΑ επιχειρούν να ελέγξουν οικονομικά τη Ρωσία και μέσωτων ενεργειακών της πόρων να ελέγξουν την Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπε Γερμανία. ΗΓερμανία πάλι εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της βιομηχανικής της παραγωγής μέσααπό τις εξαγωγές σε Κίνα και ΗΠΑ γιατί με τις εξαγορές βιομηχανικών κολοσσών,που παράγουν ίδια προϊόντα στα κράτη μέλη της Ε.Ε., αυξάνει κατακόρυφα τα κέρδητης αλλά δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας στο εσωτερικό της. Αν προκαλέσει η ίδιαη Γερμανία το κλείσιμο και την περαιτέρω αποβιομηχάνιση των άλλων κρατών τηςΕ.Ε. μέσα από τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα (χαμηλότερο κόστος εργασίας απότις Βόρειες χώρες και περίπου ίδιο με τις χώρες του Νότου) μέσω των εξαγορώντης θα οδηγήσει σε σμίκρυνση της κατανάλωσης μέσα στην Ε.Ε. και κατά συνέπεια σευψηλή ανεργία (ήδη τη βλέπουμε στο Νότο) και επομένως μείωση των πωλήσεων τωναγαθών που παράγει μέσα στην Ε.Ε. με ότι αυτό συνεπάγεται.

Όλα τα παραπάνωδείχνουν ανάγλυφα ότι οι ενδοαστικές συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες και κάθεφορά οι λύσεις που επιβάλλονται χαρακτηρίζονται από το μικρό χρονικό τουςορίζοντα. Το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε θέση συνεχώς ασταθούςισορροπίας, σε κάθε νέα θέση ο χρόνος που μεσολαβεί από την προηγούμενη είναιμικρότερος και το πέρασμα σε κάθε νέα θέση από την κατάσταση της ευσταθούςισορροπίας σε αυτήν της ασταθούς γίνεται όλο και πιο γρήγορα.

Άρα, η γεωπολιτική αστάθεια συνδέεται άμεσα μεοικονομικά αδιέξοδα.

Η αδυναμία ελέγχουτων οικονομικών εξελίξεων και των αποφάσεων των κυβερνήσεων Ρωσίας και Κίναςκατά τα πρότυπα της αποικιοκρατικής εποχής με την ταυτόχρονη μεγάλη οικονομικήκαι στρατιωτική ανάκαμψη των δύο τελευταίων αποσταθεροποιεί πολύ πιοκεντροβαρικά το καπιταλιστικό σύστημα. Παράλληλα οι αντικειμενική ανάγκηεπίλυσης των οικολογικών προβλημάτων δημιουργούν επιπλέον αντιθέσεις ανάμεσα σεκράτη και αστικές μερίδες εντός των κρατών (πετρελαϊκές εταιρείες, εταιρείεςενέργειας, όλες τις σχετικές με αυτές βιομηχανίες) ενώ την ίδια στιγμή οαυτοματισμός στην παραγωγή και η ψηφιακή επανάσταση με την ανάπτυξη τηςτεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν τεράστιες κοινωνικές πιέσεις με τα μεγάλαποσοστά ανεργίας, που η εξάπλωσή τους και στις “μεγάλες χώρες” μπορείνα οδηγήσει σε μη ελεγχόμενες εκρήξεις. Η ανισοκατανομή του πλούτου παίρνειτέτοιες διαστάσεις και τέτοια ποικιλομορφία που εντείνει τις μεταναστευτικέςροές προς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ενώ αναγκάζει χώρες της περιφέρειας σελήψεις αποφάσεων που αποσταθεροποιούν περαιτέρω το σύστημα. Οι στρατιωτικέςσυγκρούσεις στην περιφέρεια επεκτείνονται και σε συνδυασμό με την κατακόρυφηαύξηση της έντασης στις σχέσεις των αναπτυγμένων χωρών οδηγούν και πάλι σε αυξήσειςτων στρατιωτικών προϋπολογισμών με τα συνακόλουθα προβλήματα στις οικονομίες.Τέλος, η πτωτική τάση των ποσοστού του κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα πουτελευταία αν το παρακολουθείς αρχίζει και διαπιστώνεται και από ινστιτούτα καιοικονομολόγους αστούς επιδεινώνει την κατάσταση και το κυριότερο θολώνει τηνκρίση αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις γιατί κάθε καινούρια απόφασηχειροτερεύει τις συνθήκες που επικρατούν στην οικονομία (βλ. δασμούς Κίνα –ΗΠΑ, Brexit, κλπ).

Οι ενδοαστικέςαντιθέσεις κατά κύριο λόγο εκφράζονται με τις συγκρούσεις μεταξύ τωνκρατών-εθνών. Κάτω όμως από τη μεγάλη αστάθεια του συστήματος οι συγκρούσειςαυτές εκφράζονται και στο εσωτερικό των τελευταίων. Θυμίζω τη μεγάλη σύγκρουσηστο εσωτερικό των αστικών τάξεων της Αγγλίας και της Γαλλίας κατά το μεσοπόλεμογια την αντιμετώπιση του ναζισμού και του φασισμού στην Ευρώπη και μάλιστα παράτην ενοποιητική επίδραση στο εσωτερικό αυτών των τάξεων της ύπαρξης τότε τουμεγάλου και κύριου εχθρού της Σοβιετικής Ένωσης – ενοποιητική επίδραση πουοδήγησε για παράδειγμα στις συμφωνίες του Μονάχου. Σήμερα με την απουσία κοινούεχθρού τουλάχιστον “φαινομενικά” (βλ. τις προσπάθειες αναβίωσης τηςσοσιαλδημοκρατίας σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες – αν ο εχθρός δεν υπήρχε καιπραγματικά, έστω εν δυνάμει, κανείς δεν θα κοίταζε να στηρίξει κόμματα που θαεπιχειρήσουν να ξεγελάσουν για μία ακόμα φορά την εργατική τάξη) και τααδιέξοδα, εξ’ ορισμού, των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων οδηγούν στηνενδυνάμωση των ενδοαστικών συγκρούσεων. Στα κυρίαρχα κράτη των ιμπεριαλιστικώνκέντρων η επίλυση των συγκρούσεων αυτών προς το παρόν πραγματοποιείται μεανάλογες θεσμικές ρυθμίσεις. Στα κράτη της περιφέρειας οι συγκρούσεις αυτές οδηγούνταισε στρατιωτικά πραξικοπήματα ή ακόμα και σε πολιτικές επαναστάσεις.

Τι σημαίνουν, δηλαδή, οι προσπάθειες αναβίωσης τηςσοσιαλδημοκρατικής εκδοχής;

Η ανάγκη να στηθούννέα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με διάφορους μανδύες – ένας από αυτούς ο πράσινοςτης οικολογίας, που παρακολουθούμε στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ με τηνπροσπάθεια μετακίνησης των Δημοκρατικών πιο αριστερά – είναι αν θέλεις και έναδιαγνωστικό τεστ που δείχνει ανάγλυφα το φόβο της αστικής τάξης για επερχόμενηκοινωνική αστάθεια και πολέμους που δυνητικά μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικέςεπαναστάσεις.. Γίνεται κάθε μέρα και πιο φανερό ότι αποτελεί ένα μεγάλο μύθοότι η συμμετοχή του κράτους στο επιχειρείν (βλ. υπηρεσίες κοινής ωφέλειας,συγκοινωνίες, κρατικές εταιρείες εκμετάλλευσης κρίσιμων πλουτοπαραγωγικών πηγώνγια την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας, κλπ.), ο ρυθμιστικός του ρόλος και ηαναδιανομή των εισοδημάτων μέσα από τη φορολογία και την κοινωνική πολιτικήαποτελούν τις κυρίαρχες αιτίες για τα οικονομικά προβλήματα των αναπτυγμένωνκρατών. Ο μύθος αυτός  που βασάνισε καιδυστυχώς συνεχίζει να βασανίζει σχεδόν όλα τα κράτη τα τελευταία 40 χρόνιααρχίζει να ξεθωριάζει κάτω από τη ζοφερή πραγματικότητα της μεγάλης ανεργίας,της αναντιστοιχίας των πραγματοποιούμενων επενδύσεων σε σχέση με τιςπραγματικές ανάγκες της οικονομίας, του αδιεξόδου του άκρατου και άναρχουκαταναλωτισμού, των μεγάλων οικολογικών προβλημάτων, της σταδιακής αλλάσταθερής ενσωμάτωσης της μεσαίας τάξης στην εργατική, της φορολογικής πολιτικήςκαι τέλος της ανισοκατανομής του πλούτου. Αυτό το ξεθώριασμα βρίσκει την παλιάσοσιαλδημοκρατία βουτηγμένη πολιτικά στον ίδιο μύθο, αποκομμένη από τηνεργατική τάξη σε μεγάλο βαθμό ακόμα και εκεί που είχε βαθιές ρίζες και ένοχηγια προδοσία όλων των υποσχέσεών της και των συνθημάτων της έχοντας σε όλασχεδόν τα κράτη ταυτιστεί με την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού. Υπάρχειλοιπόν μεγάλο πολιτικό κενό και είναι ώριμη και κατάλληλη στιγμή για το χτίσιμονέων επαναστατικών κομμάτων εκεί που αυτά χάθηκαν μέσα στη λαίλαπα των μύθωντου τέλους της ιστορίας. Αν αυτό το χτίσιμο δεν ξεκινήσει άμεσα τότε ο κίνδυνοςμίας αναβίωσης της σοσιαλδημοκρατικής αυταπάτης είναι ορατός.   

Πώς εξηγείς όμως την αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλλειστρατιωτικά στη Βενεζουέλα ή στη Συρία ή στην Τουρκία αυτό που θα έκανε επίΨυχρού Πολέμου; Μήπως ο νέος κατατεμαχισμός αφαιρεί από τον ιμπεριαλισμό τηδυνατότητα στρατιωτικής παρέμβασης, λόγω φόβου της αντίδρασης των υπολοίπωνπόλων, βλ. Ρωσία, Κίνα;

Όταν διακυβεύεταικάτι σημαντικό κατά την εκτίμηση των ιμπεριαλιστικών κέντρων (βλ. Ιράκ, Αφγανιστάν,Συρία) παρά τον κατατεμαχισμό γίνεται ευθεία στρατιωτική παρέμβαση, χωρίς καμίαεπιφύλαξη, αντίστοιχη με αυτήν του Βιετνάμ. Στην Τουρκία όμως ή στην Βενεζουέλαμε την απουσία πλέον της δικαιολογίας εισόδου του στρατοπέδου του υπαρκτούσοσιαλισμού στην Αμερικανική ήπειρο ή στο μαλακό υπογάστριο της Μέσης Ανατολήςκαι των συνεπαγόμενων κινδύνων για τα συμφέροντα π.χ. των πετρελαϊκών εταιρειώνκαι των τοπικών εκπροσώπων τους η ευθεία στρατιωτική επέμβαση θα δημιουργήσειτεράστια προβλήματα στις ντόπιες αστικές τάξεις μεγαλύτερα από αυτά πουδημιουργεί ο Ερντογάν ή ο Τσάβες στο εσωτερικό αυτών των χωρών αλλά και στιςγειτονικές χώρες. Μία στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα θα κινητοποιήσειιστορικά και σημερινά ταξικά και εθνικά αντανακλαστικά με κίνδυνο αυτές οισυγκρούσεις να πάρουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα και να αφήσουν χνάρια που πολλοί θαθελήσουν να περπατήσουν και πάλι στο μέλλον. Νομίζω ότι δεν υπολογίζουν τόσο τηστρατιωτική αντίδραση της Ρωσίας ή της Κίνας, χωρίς αυτή να υποτιμάται, αλλάστη μεν Λατινική Αμερική είναι εύκολο με τις συνθήκες που επικρατούν ναδημιουργήσουν νέους Μπολίβαρ και Τσε Γκεβάρα στη δε Μέση Ανατολή η νέα τάξηπραγμάτων που θα προκύψει να είναι συνολικά πολύ χειρότερη από αυτήν πουυπάρχει τώρα. Ήδη η εξελίξεις στη Συρία δείχνουν ότι η απόφαση να ξεφορτωθούντον Άσαντ οδήγησε στη στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας καθιστώντας την καιεκείνη ρυθμιστή των εξελίξεων. Τα διακυβεύματα σήμερα αξιολογούνται μεδιαφορετικό τρόπο από την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού γιατί τότε επικρατούσεπάντα η εκτίμηση του zero game, δηλαδή ό,τι χανόταν για τον καπιταλισμό ήταναυτόματα κέρδος για το σοσιαλισμό και ανάποδα.

Από την άλλη μεριά αςμη ξεχνάμε ότι όπως κυλούν τα χρόνια σβήνει από τη συλλογική συνείδηση η μνήμητης κακής Σοβιετικής Ένωσης, όπως μαρτυρούν οι μελέτες που ρωτούν νέουςανθρώπους για τον υπαρκτό σοσιαλισμό και δηλώνουν πλήρη άγνοια. Έτσι, τοκλασικό ταξικό επιχείρημα της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωποαρχίζει να αποκτά από αδήριτες ανάγκες επιβίωσης και πάλι υπόσταση. Οιστρατιωτικές επεμβάσεις του ιμπεριαλισμού από τη στιγμή της πτώσης του υπαρκτούσοσιαλισμού χάνουν τον ενοποιημένο χαρακτήρα τους (εξαίρεση η επέμβαση στοΣουέζ το 1956 όπου διασπάστηκαν οι δυνάμεις του και αντιπαρατέθηκαν ΗΠΑεναντίον Αγγλίας και Γαλλίας). Όπως βαθαίνουν οι αντιθέσεις στρατιωτικοίσχηματισμοί των κυρίαρχων χωρών θα βρεθούν σε σημεία του πλανήτη ναυπερασπίζονται αντιτιθέμενα συμφέροντα (βλ. Ρωσία και ΗΠΑ στη Συρία). Άλλωστε δενομίζω ότι θα αργήσει να έρθει η ημέρα να δούμε και τη στρατιωτική εμπλοκή τηςΚίνας σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Η Κίνα ξοδεύει μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ της σεάλλες ηπείρους και δανειοδοτεί κράτη και επιχειρήσεις και επομένως πρέπει ναείναι έτοιμη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της ακόμα και με στρατιωτικά μέσα.Πιστεύω ότι αυτή είναι και η αιτιολογία της μεγάλης αύξησης των στρατιωτικώνδαπανών της ιδιαίτερα σε στρατιωτικά μέσα που είναι χρήσιμα για να κάνεις τονπόλεμο σε άλλη γη σε άλλα μέρη.

Το φαινόμενο Τραμπ πώς τοεξηγείς; Και τι εκφράζει αυτή η προστατευτική αναδίπλωση με τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα;

Δεν υπάρχει φαινόμενο Τραμπ. Ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα είναιαναπόφευκτη συνέπεια της πολιτικής της Κίνας που στην αρχή υποτιμήθηκε από τουςΔυτικούς. Η Κίνα αποφάσισε να γίνει το εργοστάσιο παραγωγής όλων των αγαθών τηςΔύσης έχοντας όμως στην αρχή κρυμμένο και μετά διακηρυγμένο στόχο την απόκτησητης γνώσης όλων των βιομηχανικών διαδικασιών  διαθέτοντας ένα ιδιαίτεραμορφωμένο στρώμα ειδικών σε κάθε τομέα της σύγχρονης παραγωγής και έναιδιαίτερα φθηνό εργατικό δυναμικό για να προσελκύσει αρχικά τις επενδύσεις.Αυτή η πολιτική συνοδεύτηκε από συσσώρευση μεγάλων κεφαλαίων ιδιωτικών καικρατικών που μπορούσαν να επιτρέψουν τη δημιουργία δικής τους βιομηχανίας πουνα μη στηρίζεται πλέον μόνο στο φασόν αλλά και στην παραγωγή βιομηχανικώνεξοπλισμών ικανών να αντικαταστήσουν επάξια προϊόντα της Δυτικής βιομηχανίας.Το ότι η οικονομία ελέγχεται και κατευθύνεται κεντρικά από το κόμμα υπήρξεκαταλύτης αυτής της πολιτικής γιατί μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις μεγάλεςοικονομικές κρίσεις αυτής της τριακονταετίας με αύξηση των δημοσίων επενδύσεωνπου κράτησε σταθερή την εσωτερική αγορά. Έτσι μοιραία η Κίνα έγινε με βάση ταπαραπάνω, την τεράστια εσωτερική της αγορά, και τις υψηλές τεχνολογίες, μίαδύναμη η οποία στην ουσία προκαλούσε και προκαλεί το μεγάλο άνοιγμα στο ισοζύγιοτρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ.

Άρα ο πόλεμος των δασμών δεν είναι υποκειμενισμός του Τραμπ αλλά ανάγκηαντίδρασης του συνηθισμένου σε αποικιοκρατικές συμφωνίες αμερικάνου αστού σεένα πραγματικό πρόβλημα της οικονομίας του. Αυτοί που επικρίνουν αυτήν τηνπολιτική δεν έχουν ουσιαστικά οικονομικά αντίδοτα. Απλά οι πολέμιοι του Τραμππροτείνουν να επιβάλουν αυτοπεριορισμούς στην Κίνα, η οποία όμως έχει δυναμώσεικαι δεν είναι διατεθειμένη να τους αποδεχθεί. Βλέπεις ότι το ίδιο γίνεται καιμε τη Ρωσία όπου οι εμπορικές κυρώσεις σε ένα πολυπολικό κόσμο έχουν για τιςμεγάλες αυτές χώρες μικρό έως μηδενικό αποτέλεσμα. Ποιος θα περίμενε λίγαχρόνια πριν ότι η Κίνα θα ανταπέδιδε τον εμπορικό πόλεμο με δικούς της δασμούςστα εμπορικά προϊόντα των ΗΠΑ. Το πόσο ισχυρή είναι η Κίνα το βλέπεις από τογεγονός ότι οι Ευρωπαίοι το αποφεύγουν σαν το διάολο το λιβάνι να προχωρήσουνσε προστατευτικά μέτρα ενάντιά της. Η Γερμανία για παράδειγμα αν σταματήσει ναεξάγει στην Κίνα τα αυτοκίνητά της και αντίστοιχα να κατασκευάζει εκεί μεγάλομέρος της βιομηχανικής της παραγωγής θα αντιμετωπίσει μεγάλη κρίση στηνοικονομία της. Αυτοί οι εμπορικοί πόλεμοι επομένως είναι αναμενόμενο νααρχίσουν και να μεγαλώνουν ως αποτέλεσμα των αδιεξόδων της παγκόσμιαςοικονομίας.

Εντύπωση προκαλεί και το κομφούζιοσε σχέση με τη Μέση Ανατολή – μία φεύγουν τα στρατεύματα μία δε φεύγουν, μίαυπέρ των Κούρδων μία κατά, το ίδιο με τους Τούρκους, το ίδιο με το Ιράν. Τιδείχνει αυτή η αδυναμία των ΗΠΑ να βρει το βασικό της “συμφέρον” στηΜέση Ανατολή;

Η απάντηση είναι απλή. Από τη στιγμή που δενυπάρχει ενοποιητικός παράγοντας, δηλαδή το αντίπαλο δέος του υπαρκτούσοσιαλισμού, αυτός που σήμερα είναι φίλος σου αύριο είναι εχθρός σου καιτανάπαλιν. Αν διαβάσει κανείς ιστορία μέχρι τη γέννηση της Σοβιετικής Ένωσης θαδει ότι οι συμμαχίες άλλαζαν καθημερινά ανάμεσα στα τότε καθεστώτα και σήμερα ήσανμε την Ελλάδα και το Βενιζέλο και αύριο – στην κυριολεξία αύριο – με τηνΤουρκία και τον Κεμάλ. Άρα αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο και μη εξηγήσιμο. Τοβασικό συμφέρον στη Μέση Ανατολή είναι το πετρέλαιο. Ποιος όμως υπηρετεί αυτότο συμφέρον με σταθερότητα; Το Ισραήλ, οι δυναστείες των βασιλιάδων και μίαμεταπρατική τάξη εμπόρων που λειτουργεί σε όλα τα κράτη της Μέσης Ανατολής.Όλοι οι υπόλοιποι  συναποτελούν με τηνπλατιά έννοια την εργατική τάξη όλων αυτών των χωρών που όμως ανήκουν σε τόσοποικιλόμορφες κατηγορίες όπου μπλέκονται εθνικά ζητήματα, φυλετικά ζητήματα, θρησκευτικάζητήματα, μικροαστικά εμπορικά συμφέροντα, ταξικά συμφέροντα, κλπ. Αυτή ηποικιλομορφία κατακερματίζει την εργατική τάξη όλων αυτών των χωρών. Οι αστικέςτάξεις αυτών των χωρών στην προσπάθεια ελέγχου των κοινωνιών τους καιταυτόχρονης προσφοράς υπηρεσιών στους ξένους ιδιοκτήτες, κατ’ ουσία, τωνπλουτοπαραγωγικών τους πηγών αλλάζουν συνεχώς τη στάση τους προκειμένου σετελευταία ανάλυση να υπηρετούν τα συμφέροντα των τελευταίων.

Αυτές οι συνεχείς μεταβολές των δεδομένωναναγκάζουν και τους ξένους ποικιλώνυμους προστάτες να αλλάζουν συνεχώς τηνεκάστοτε πολιτική τους χρησιμοποιώντας και τις ωμές στρατιωτικές επεμβάσειςόπου κρίνουν ότι αυτό απαιτείται. Αυτό που δεν αλλάζει είναι ο κεντρικός στόχοςτης πολιτικής των ΗΠΑ που είναι η προστασία με κάθε κόστος των ενεργειακών τουςσυμφερόντων. Θυμίζω ότι το Ιράν έγινε εχθρός την επόμενη μέρα της ανατροπής τουΣάχη που τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας έπαψαν να είναι ιδιοκτησία τωνπετρελαϊκών εταιρειών. Έτσι οι σημερινοί σύμμαχοι μετατρέπονται σε αυριανούςεχθρούς. Θυμήσου τι αντικρουόμενα εθνικά και ταξικά συμφέροντα έκρυβαν μέσατους οι Ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες μέχρι το 1920 που κατέρρευσαν (μιλάω μέσα στηνΕυρώπη) και πως άλλαζαν κάθε μέρα τις συμμαχίες τους απλά γιατί τα οικονομικάσυμφέροντα εξ’ ορισμού μεταβάλλονται καθημερινά. Επομένως σήμερα είσαι με τουςΚούρδους και αύριο ενάντιά τους.

Μία μικρή παρένθεση εδώ. Πολλές φορές οιιδεολογικοί μανδύες που επιβάλλονται από την άρχουσα τάξη και τυλίγουν όλες τιςεκφάνσεις της καθημερινής ζωής παίρνουν μία δική τους υλική δύναμη και οδηγούν σεαποφάσεις που μερικές φορές δεν υπηρετούν μακροπρόθεσμα αλλά και βραχυπρόθεσματα ταξικά της συμφέροντα. Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά την αμερικανικήεξωτερική πολιτική από την εποχή του Ρήγκαν θα διαπιστώσει ότι τονεοφιλελεύθερο πρόταγμα που υποτίθεται θα θεράπευε τα οικονομικά προβλήματα πουπροκαλούσε το κράτος και οι ρυθμίσεις του διαμόρφωσε και διαμορφώνει και τοπεριεχόμενό της.  

Άλλωστε γι’ αυτό και ο υπεριμπεριαλισμός τουΚαούτσκι, που τον ονειρεύτηκαν πολλοί σοσιαλδημοκράτες πριν και μετά το θάνατότου ήταν μία ονείρωξη τόσο μακριά από την πραγματικότητα όσο και ένας άλλοςγαλαξίας από τον δικό μας. Ενοποίηση των καπιταλιστικών συμφερόντων στοιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, όπως και σε όλα τα προηγούμενα στάδιάτου, είναι αδύνατον να υπάρξει. Κατάργηση της ταξικής πάλης είναι αδύνατον ναυπάρξει. Μάλιστα στην εποχή της παρακμής του ιμπεριαλισμού η αδυναμία του νασυνταχθούν έστω και μερικώς τα συμφέροντά του σε κοινό μέτωπο θα οδηγεί μεμαθηματική ακρίβεια σε τοπικούς και γενικευμένους πολέμους σε διάφορες περιοχέςτου πλανήτη, τα αποτελέσματα των οποίων θα καταλήγουν στην επιβολή μίαςανεξέλεγκτης κοινωνικής βαρβαρότητας.

Οι νέοιπαίκτες στη γεωπολιτική σκακιέρα, η Ρωσία και η Κίνα, μπορεί να έχουν ρόλο σεμελλοντικές επαναστατικές ανακατατάξεις;

Η Ρωσία και η Κίνα παρουσιάζουν μία αξιοσημείωτηκαπιταλιστική ανάπτυξη με ένα ιδιαίτερα υψηλού μορφωτικού επιπέδου εργατικόδυναμικό. Οι εργατικές τάξεις και των δύο χωρών διαθέτουν μερικά από εκείνα ταχαρακτηριστικά, τα οποία λείπουν μέχρι ένα βαθμό από τις αντίστοιχες τωναναπτυγμένων χωρών της Δύσης. Είναι μορφωμένες, έχουν συλλογική ιστορική πείρααπό υψηλού βαθμού πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση, οι μεγάλοι αριθμοί τωνμελών τους εργάζονται στις λεγόμενες κλασικές γραμμές παραγωγής της πραγματικήςοικονομίας, η μαρξιστική επαναστατική παράδοση έχει βαθιές ρίζες, οι δομέςκρατικές και κοινωνικές είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικές, ο έλεγχος τηςκαπιταλιστικής ανάπτυξης γίνεται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος και τα κόμματαεξουσίας, οι ρίζες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι πολύ αδύναμεςκαι η φενάκη των θεσμικών ρυθμίσεων, που κοιμίζει τις κοινωνίες, είναι μικρούβεληνεκούς και ανεπαρκούς απόδοσης, το στρατιωτικό κατεστημένο στηρίζεται στηνυποχρεωτική στράτευση του συνόλου του πληθυσμού ενώ στη συνείδηση των πολλών είναιαποδεκτή η ακόμα και αιματηρή παρέμβασή του στα κοινωνικά δρώμενα και τέλοςσήμερα οι χώρες αυτές διαθέτουν πραγματική αυτονομία και κανένα εμπάργκο δενμπορεί να ανατρέψει ανεπιθύμητες από τη Δύση κοινωνικές αλλαγές. Σημειώνω ότι ηβιομηχανική ανάπτυξη αυτών των χωρών είναι σε τέτοιο σημείο που μπορούν ναεπεξεργαστούν και να εφαρμόσουν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μοντέλα ανάπτυξης πουνα προσομοιάζουν με τη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία. Δηλαδή δεν έχουν τηνεγγενή αδυναμία λόγω του σημείου που βρίσκεται η ανάπτυξη των παραγωγικών τουςδυνάμεων να αναπαραγάγουν το καπιταλιστικό αδιέξοδο όπως έγινε στην πρώτηαπόπειρα. Σε αυτές τις χώρες λοιπόν είναι πιο πιθανό να σπάσει ο αδύνατοςκρίκος του ιμπεριαλισμού με απεριόριστες δυνατότητες να πάρει το δρόμο τηςκομμουνιστικής απελευθέρωσης. Τέλος και οι δύο χώρες διαθέτουν τέτοια δύναμηπου εάν επιβληθεί ένα επαναστατικό καθεστώς η Δύση δεν θα μπορεί να παρέμβειούτε στρατιωτικά για να σβήσει τη φωτιά.

28 July 2019

Σπουδές, καριέρα, επιθυμία

Σπουδές, καριέρα, επιθυμία

Με αφορμή τη συζήτηση για την ίδρυση τηςνομικής σχολής στην Πάτρα

του Ηρακλή Οικονόμου

Εισαγωγή

«Είναι προεκλογική μας δέσμευση να μηνπροχωρήσει η τέταρτη Νομική. Έτσι, ανακαλείται σήμερα η απόφαση για τη σύστασητης επιτροπής που θα συζητήσει την ίδρυσή της. Δεν είναι θέμα Πάτρας. Είναιθέμα τέταρτης Νομικής. Η χώρα δεν χρειάζεται τέταρτη Νομική». Με αυτά τα λόγιααποχαιρέτησε η υπουργός Παιδείας την προοπτική ίδρυσης τέταρτης Νομικής Σχολήςστη χώρα, στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Το επιχείρημα του παρόντοςάρθρου, μένοντας μακριά από την κομματική διαμάχη ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ για το επίμαχοζήτημα, είναι το εξής: Η φιλολογία περί ανεργίας των δικηγόρων και έλλειψηςανάγκης ίδρυσης τέταρτης σχολής νομικής δεν είναι παρά άλλη μια έκφραση ενόςταξικού μίσους προς το δημόσιο πανεπιστήμιο και τη διάχυση στις μάζες τηςδυνατότητας κοινωνικής ανέλιξης. Οι νομικές σπουδές ελάχιστη σχέση έχουν με τηδικηγορία και με την ανεργία στον κλάδο· για πολύ κόσμο δεν είναι παρά έναεφαλτήριο γνώσης που οδηγεί σε άλλες ειδικεύσεις και επιλογές καριέρας. Ωςπαράδειγμα αυτής της χρήσης των νομικών σπουδών, το άρθρο θα επικαλεστεί ταβιογραφικά σχεδόν του 1/3 του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο απαρτίζεται απόκατόχους πτυχίων ή/και μεταπτυχιακών τίτλων νομικής.

Ναι, αρκεί μια ματιά στο ίδιοτο υπουργικό συμβούλιο για να δειχθεί το πόσο λανθασμένη η «μετάφραση» τωννομικών σπουδών σε έξτρα ανέργους. 16 στα 51 μέλη του έχουν σπουδάσει νομικά,ελάχιστοι εξ αυτών ασχολήθηκαν με τη μάχιμη δικηγορία, μεγάλο μέρος τους έχειμεταπτυχιακά σε πολιτικές επιστήμες, διεθνείς σπουδές και άλλους κλάδουςσαφέστατα εκτός αγοράς, και είναι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που τρομοκρατούν τουςνέους ανθρώπους συνδέοντας τις νομικές επιστήμες με την ανεργία. Γιατί στηνουσία της, όπως θα υποστηρίξουμε στο δεύτερο μισό του σημειώματος, όλη αυτή ησυζήτηση περί σύνδεσης των σπουδών με την αγορά δεν είναι παρά μια απόπειραιδεολογικής τρομοκράτησης και χειραγώγησης του νέου ανθρώπου, και ενσωμάτωσήςτου σε έναν αγοραίο και φοβικό τρόπο σκέψης και δράσης.

Γιατί σπούδασαν νομικά οι υπουργοί μας;

Είναι αλήθεια ότι υπάρχεισίγουρα κόσμος μέσα στο υπουργικό που έχει ασχοληθεί με τη δικηγορία, όπως π.χ.ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις. Ωςδικηγόρος έχει ασχοληθεί κυρίως με θέματα κεφαλαιαγοράς, ναυτιλίας καιτηλεπικοινωνιών, ενώ είναι πτυχιούχος της Νομικής στο ΕΚΠΑ με μεταπτυχιακήειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις στο Χάρβαρντ. Ο υπουργός Εξωτερικών επίσης πήρετο πτυχίο νομικής και μετά έκανε δύο μάστερ, ένα στο Ναυτικό & ΑσφαλιστικόΔίκαιο, κι άλλο στην Εγκληματολογία, προτού εργαστεί ως δικηγόρος. Στη μαχόμενηδικηγορία βρέθηκε και ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης για θέματααπλούστευσης διαδικασιών, ο οποίος είναιπτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και ασκεί τοεπάγγελμα του δικηγόρου ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Κιλκίς. Και βέβαια,μην λησμονούμε και τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος είναιπτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικεύθηκε σεθέματα Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου και Ποινικού Δικαίου.

Άλλη αφετηρία είχε, όμως, η πορεία του υφυπουργού Υποδομώνκαι Μεταφορών, αρμόδιου για θέματα μεταφορών. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, συνέχισεμε μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Columbia τηςΝέας Υόρκης, και ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο ΣυμβούλιοΑσφαλείας του ΟΗΕ. Περνώντας στην υφυπουργόΑγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αρμόδια για την αλιευτική πολιτική, διαβάζουμεότι αποφοίτησε από τη Νομική του ΑΠΘ και εργάστηκε στην ΕυρωπαϊκήΕπιτροπή ως δημοσιογράφος και τηλεοπτική παραγωγός στο Πρακτορείο Ειδήσεων τηςΕυρωπαϊκής Επιτροπής, στις Βρυξέλλες. Και ο υπουργόςεπικρατείας θέλησε να γίνει πανεπιστημιακός δάσκαλος μετά τις σπουδές του στανομικά – καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, για την ακρίβεια, όπουδιευθύνει και τον Τομέα Δημοσίου Δικαίου.

Και να ’τανε μόνο αυτοί πουσπούδασαν νομικά αλλά στράφηκαν αλλού, καλά θα ’τανε! Ο αντιπρόεδρος τηςκυβέρνησης, ας πούμε, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανεμεταπτυχιακά στη Γαλλία στο διεθνές δίκαιο, αλλά μετά ακολούθησε σταδιοδρομίαδικαστικού φτάνοντας μέχρι και την προεδρία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο υφυπουργόςΟικονομικών αρμόδιος για τη φορολογική πολιτική και τη δημόσια περιουσία έκανεμάστερ στο Δημόσιο Δίκαιο και προσελήφθη στο υπουργείο Οικονομικών μέσω ΑΣΕΠ. Ουφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα σπούδασενομικά, έκανε μάστερ στο Ευρωπαϊκό δίκαιο, και εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος στηνΕυρωπαϊκή Επιτροπή. Και ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων αρμόδιος για τηνέρευνα & τεχνολογία αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή στην Αθήνα, εκπόνησεδιδακτορικό στην Ευρωπαϊκή πολιτική, και εργάστηκε ως σύμβουλος επιχειρήσεων.

Θέλετε κι άλλους υπουργούς μενομικές σπουδές που δεν έγιναν άνεργοι δικηγόροι; Θα τους έχετε! Ο υπουργόςΠροστασίας του Πολίτη μετά τις νομικές σπουδές του ενεπλάκη με την πολιτική,έγινε νομάρχης Καρδίτσας και, στη συνέχεια, βουλευτής Ημαθίας πριν υπουργοποιηθεί.Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας σπούδασε νομικά στην Αθήνα, έκανε τα μάστερ του σταΟικονομικά και τις διεθνείς σχέσεις, και κατέληξε διευθυντής πωλήσεων σε μεγάληιδιωτική εταιρεία στον χώρο του μαρμάρου. Ο υπουργός Περιβάλλοντος καιΕνέργειας αποφοίτησε από τη Νομική του ΕΚΠΑ και πήρε μεταπτυχιακό στηνΠολιτική Επικοινωνία από το Πανεπιστήμιο του Κεντ. Και μπορεί να εργάστηκεως δικηγόρος, αλλά μην ξεχνάμε τη θητεία του για 13 χρόνια στις Βρυξέλλες, ωςμέλος του Ευρωκοινοβουλίου. Όσο για τον υφυπουργό Δικαιοσύνης, πήρε το πτυχίοτης Νομικής του ΕΚΠΑ, πήρε και δεύτερο πτυχίο στην Πολιτική Επιστήμη, αλλά στησυνέχεια έγινε δικαστικός, και συνταξιοδοτήθηκεμε τον βαθμό του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου.

Για το τέλος, σας άφησα την χαρακτηριστικότερη περίπτωση – την ίδια τηνυπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η υπουργός έλαβε το πτυχίο νομικής από τοπανεπιστήμιο Paris II, μετά έκανε το πρώτοτης μεταπτυχιακό στο ίδιο πανεπιστήμιο στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και τηδιαιτησία, όπου και δίδαξε ως βοηθός καθηγητή, και στη συνέχεια πήγε στοΧάρβαρντ για δεύτερο μεταπτυχιακό στο δίκαιο της διαιτησίας. Μάλιστα, μετά τιςμεταπτυχιακές σπουδές της στις ΗΠΑ, η υπουργός εργάστηκε ως δικηγόρος σεδικηγορική εταιρεία με έδρα τη Νέα Υόρκη, στον δικηγορικό σύλλογο της οποίαςκαι είναι εγγεγραμμένη.

Τη διακρίνετε την αντίφαση; Οι ίδιοι που επέλεξαν να σπουδάσουν τηνομική επιστήμη, που έζησαν στο εξωτερικό χάρη σ’ αυτή, που δίδαξαν σεπανεπιστήμια χάρη σ’ αυτή, που εργάστηκαν σε μεγάλες δικηγορικά γραφεία χάρη σ’αυτή, που έγιναν και υπουργοί χάρη σ’ αυτή, και που έχτισαν όλη τη ζωή τους καιτην καριέρα τους με αυτήν ως θεμέλιο, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότιέχουμε πολλούς νομικούς και ότι η νομική είναι το διαβατήριο για την ανεργία.

Το μίσος για το δημόσιοπανεπιστήμιο και η ιδεολογική λειτουργία της επιλογής σπουδών

Πώςερμηνεύεται αυτή η αντίφαση; Αγνοούν οι υπουργοί μας τις τεράστιες δυνατότητεςκαριέρας που ανοίγουν οι νομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, τιςοποίες οι ίδιοι έχουν βιώσει; Δεν μιλάνε άραγε μεταξύ τους για να δουν ότι οισυνάδελφοί τους υπουργοί με νομικό υπόβαθρο εργάστηκαν ως δικαστικοί, ωςκαθηγητές πανεπιστημίου, ως υπάλληλοι υπουργείων, ως νομικοί σύμβουλοι σεευρωπαϊκούς οργανισμούς, ως δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παραγωγοί, ωςυπάλληλοι σε διεθνείς οργανισμούς, ως σύμβουλοι επιχειρήσεων, ως αιρετοίεκπρόσωποι τοπικής αυτοδιοίκησης, και πάει λέγοντας; Όσο κι αν αμφισβητώ τηνορθότητα των πολιτικών τους επιλογών, σέβομαι τη νοημοσύνη τους και άρα μάλλονκάτι άλλο ισχύει.

Καταρχήν, ηάρνηση ίδρυσης τέταρτου τμήματος νομικής εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιοκατασυκοφάντησης του δημόσιου πανεπιστημίου. Δεν το θέλουν, δεν το γουστάρουν,αντιδρά ο οργανισμός τους. «Θέλω τα πανεπιστήμια να παράγουν γνώση και όχιτρομοκρατία. Να παράγουν ποιότητα και όχι εγκληματικότητα» – αυτή τη σκληρήσυκοφαντία για το δημόσιο πανεπιστήμιο την εκστόμισε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικώναρμόδιος για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις σε ανάρτησή του στο twitter στις 22 Νοεμβρίου 2018. Φαντάζεστευπουργό σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου να περιγράφει με τέτοια πώρωση ταπανεπιστήμια της χώρας του ως φωλιές τρομοκρατών; Βεβαίως, όταν το ίδιο ακριβώςκάνει ο πρωθυπουργός της χώρας, φαντάζομαι ότι το να τον μιμείται ο υπουργόςτου δεν είναι παρά πταίσμα. Στις 18 Απριλίου 2019, ο σημερινός πρωθυπουργόςκατηγορεί, από την Κύπρο, την τότε κυβέρνηση ότι «μετέτρεψε ουσιαστικά ταπανεπιστήμια σε κέντρα κατασκευής μολότοφ και άντρα τα οποία δίνουν άσυλο σεεγκληματικές συμμορίες».

Δύοπαράγοντες εξηγούν αυτή την παραληρηματική κριτική ενάντια στο δημόσιοπανεπιστήμιο. Καταρχήν, ιστορικά στην Ελλάδα, ο συγκεκριμένος θεσμός και ταπτυχία του – ναι, ναι, αυτά που δήθεν δεν θέλει η αγορά – αποτέλεσαν μηχανισμόάμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν το λέω εγώ, η υπεράνω πάσης υποψίας Καθημερινή (23/6/2006) το λέει σε editorialτης! «Η ΑνώτατηΠαιδεία υπήρξε διαχρονικά μια ασφαλής διαδικασία κοινωνικής κινητικότητας καιαναδιανομής του εισοδήματος. Διά της εκπαιδεύσεως τα παιδιά εκείνων που δενείχαν στον ήλιο μοίρα κατάφερναν να ανέλθουν κοινωνικά. Μπορούσαν να έχουν ένακαλύτερο αύριο. Το ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο υπήρξε ο καλύτερος μηχανισμόςάμβλυνσης των ταξικών διαφορών που δημιουργούνται στην κοινωνία». Είναι ευκόλωςεννοούμενο το γιατί οι νεοφιλελεύθεροι απεχθάνονται έναν τέτοιο μηχανισμό. «Δεντρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετοστην ανθρώπινη φύση» δήλωνε από το βήμα της ΔΕΘ ο τωρινός πρωθυπουργός στις 16Σεπτεμβρίου 2017. Ακόμα καλύτερα, όμως, το εξέφρασε η πρωθιέρεια τουνεοφιλευθερισμού Μάργκαρετ Θάτσερ το 1987: “And, you know, there’s no such thing as society. There are individualmen and women and there are families”.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η προαγωγή των ιδιωτικώνσυμφερόντων στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση – θέμα που ξεφεύγει από τα όρια τουπαρόντος σημειώματος. Αρκεί να παρατηρήσουμε το εξής: στη συγκεκριμένηπερίπτωση των νομικών σπουδών, υπάρχει πληθώρα ιδιωτικών κολλεγίων πουπροσφέρουν Bachelor of Laws (LLB – πτυχίο Νομικής) στην Ελλάδα, σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια. Δενθα αναφερθώ σε συγκεκριμένα προγράμματα, διότι δεν θέλω να φανεί ούτε ότι ταδιαφημίζω ούτε ότι τα δυσφημώ. Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί για νατεκμηριωθεί η ύπαρξη τέτοιων προγραμμάτων. Πώς αλήθεια εξηγείται αυτό όταν,υποτίθεται, ότι δεν υπάρχει ζήτηση για νομικά; Ρητορικό είναι το ερώτημα…

Πέρα όμωςγια το μίσος για το δημόσιο πανεπιστήμιο, υπάρχει και κάτι άλλο στη συζήτησηπερί πτυχίου και ανεργίας και σύνδεσης με την αγορά εργασίας, που αγγίζει τησφαίρα της ιδεολογίας και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου:η καταπίεση της επιθυμίας. Προφανώς και δεν καταπιέζει κάθε επιθυμία οκαπιταλισμός – την επιθυμία για το επόμενο κινητό τηλέφωνο θα την ενθαρρύνεικαι, αν δεν υπάρχει, θα τη δημιουργήσει κιόλας. Η επιθυμία, όμως, για γνώσηανεξάρτητα από τις επιταγές της αγοράς πρέπει να απωθηθεί, διότι ξεφεύγει απότην τάση του κεφαλαίου για σφετερισμό όλων των πτυχών της καθημερινής ζωής καιμετατροπή τους σε κατανάλωση – σε οικονομικό επίπεδο – και σε αποδοχή καινομιμοποίηση της λογικής της αγοράς – σε ιδεολογικό επίπεδο. Ξεφεύγει, δηλαδή,από την ανάγκη αναπαραγωγής του συστήματος. Η καταπίεση της επιθυμίας μέσω τηςεπίκλησης της αγοράς ως κριτήριο σπουδών είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο νομιμοποίησηςτης υπάρχουσας κοινωνίας.

Και βέβαια,η συμπεριφορά ενάντια στις κατεστημένες αντιλήψεις της αγοράς επιτρέπεται μόνοστο ίδιο το κεφάλαιο και στους εκπροσώπους του – στις ελίτ. Όταν ο Ζούκερμπεργκεγκαταλείπει το πανεπιστήμιο για να στήσει τη startup του, είναι μάγκας και πρωτοπόρος·όταν το εγκαταλείπει, όμως, ο εργαζόμενος φοιτητής στην Ελλάδα για ναπρολαβαίνει τη δουλειά του είναι βάρος για την κοινωνία και παράσιτο. Όταν οσημερινός πρωθυπουργός πηγαίνει να σπουδάσει σε προπτυχιακό επίπεδο ΚοινωνικέςΕπιστήμες (αυτός ήταν ο τίτλος του πτυχίου του σύμφωνα με το βιογραφικό τουπρωθυπουργού στο διαδίκτυο) στο Χάρβαρντ, είναι η προσωποποίηση της αριστείας·όταν όμως ο φοιτητής στην Ελλάδα επιλέγει ηθελημένα να σπουδάσει στο ΠάντειοΠολιτική Επιστήμη ή Κοινωνιολογία (που κάνει τα παιδιά μας αριστερά, σύμφωνα μετον υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων) ή Κοινωνική Ανθρωπολογία, είναι ομελλοντικός άνεργος και ο κακομοίρης που δεν έχει την τύχη να συνδέσει τιςσπουδές του με την αγορά.

Συμπέρασμα για πιθανή προσωπική χρήση

Το βασικόσυμπέρασμα της παρούσας ανάλυσης το συνοψίζει η πρύτανης του ΠανεπιστημίουΠατρών (thebest.gr, 12/7/2019): «Εγώ πιστεύω ότι τα παιδιά πρέπει νασπουδάζουν, να αποκτούν γνώσεις και να τις χρησιμοποιούν όσο καλύτερα μπορεί οκαθένας, ανεξάρτητα από την επαγγελματική αποκατάσταση». Οι πορείες των μελών του υπουργικούσυμβουλίου δείχνουν ότι κάποιοι σε αυτή τη ζωή έχουν το προνόμιο να σπουδάζουναυτό που γουστάρουν ανεξάρτητα από την αγορά και είναι οι ίδιοι που ακυρώνουντην ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων καθότι δεν τα χρειάζεται η χώρα, αφού δεντα χρειάζεται η αγορά. Αυτοί που τρομοκρατούν τον νέο άνθρωπο για τις στρατιέςτων ανέργων στις οποίες πρόκειται να ενταχθεί αν επιλέξει το α’ ή το β’ γνωστικόπεδίο διασφαλίζουν για τον εαυτό τους μια ακαδημαϊκή πορεία που ελάχιστη σχέσηέχει με την απόκτηση δεξιοτήτων και ικανοτήτων και άλλων εφοδίων για τηνικανοποίηση του εργοδότη. Αυτοί που επικαλούνται την υποταγή στην αγορά ωςκριτήριο για την επιτυχία είναι οι ίδιοι που ξέρουν καλά ότι η επιτυχία περνάειμέσα από την ικανοποίηση της επιθυμίας για γνώση.

Η κουβέντα περί σύνδεσης τουπτυχίου με την αγορά εργασίας είναι μια συρραφή από κλισέ· την ίδια στιγμή που μαςλένε για σπουδές που δήθεν απαιτεί η αγορά, μάς λένε κι ότι ο μέσος εργαζόμενοςθα κληθεί στη ζωή του να αλλάξει πέντε, δέκα ή δεκαπέντε δουλειές. Γράφει το επιχειρηματικόπεριοδικό Forbes (Liz Ryan, 28/10/2016): «Στις παλιές καλές μέρες, η εργασιακή ασφάλεια ήταν τοκλειδί. Οι άνθρωποι ήθελαν να αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο και να χαθούνμέσα σε μια τεράστια εταιρεία η οποία θα τους απασχολούσε μέχρι τη σύνταξη.Αυτές οι μέρες έχουν πλέον φύγει. Κανένας δεν μπορεί να σας εγγυηθεί δια βίουαπασχόληση». Η λογική απόληξη του δόγματος περί «σύνδεσης του πτυχίου με τηναγορά» δεν είναι παρά η κατάργηση όλων των πτυχίων, ή το να παίρνει ο καθένας μας μια ντουζίνα πτυχία γιανα ανταποκρίνεται στις μεταλλασσόμενες ορέξεις των εργοδοτών και των ιδιωτικώνεταιρειών. Απέναντι σ’ αυτό το λογικό αδιέξοδο, η απάντηση είναι: παίρνω τοπτυχίο που θέλω.

Αυτό σημαίνει: σαν μόνο κριτήριο επιλογής έχω τη γνώση που τοαντικείμενο θα μου δώσει, το πόσο με φτιάχνει σαν περιεχόμενο, το πόσο μεδιεγείρει. Αυτό σημαίνει: αφήνω τους άλλους να τρελαίνονται με μέρες καριέρας,με moneyshow, με το πόσα λεφτά παίρνει ο απόφοιτος για πρώτο μισθό, με την άποψη τουμπαμπά, της μαμάς, ενίοτε και της γιαγιάς, με το τι είναι καλό και τι είναικακό για το βιογραφικό, με rankings πανεπιστημίων – σούπερ μάρκετ, και πάειλέγοντας. Αυτό σημαίνει: προφυλάσσομαι απ’ όλη αυτή τη νεοφιλελεύθερηπροπαγάνδα που στόχο έχει να πιεστώ ψυχικά, να αποξενωθώ από τον εαυτό μου κιαπό κάθε υποψία συλλογικού νοήματος, και να απονευρωθώ ιδεολογικά. Αυτόσημαίνει: προφυλάσσομαι κι από τις ψυχοπνευματικά θανατηφόρες ασθένειες τουατομικισμού, της τελειομανίας και της ανταγωνιστικότητας. Αυτό σημαίνει: απέναντιστα κλισέ της αγοράς και της αριστείας, δίνω χώρο στην επιθυμία.,*”:{“s������+

08 July 2019

Ήττα σαν νίκη

Ήττα σαν νίκη

Ο ΣΥΡΙΖΑ κι ο νέος διπολισμός

του Ηρακλή Οικονόμου


«Ήττα σαν νίκη» – αυτή είναι η φράση που εμείς οι βάζελοι λέμε για να πικάρουμε τους γαύρους κάθε φορά που η ομάδα τους χάνει στην Ευρωλίγκα, μιμούμενοι κάποιους οπαδικούς δημοσιογράφους που εισήγαγαν και τον όρο για να παρηγορούν τα ερυθρόλευκα πλήθη.


«Ήττα σαν νίκη» – αυτή είναι και η φράση που αντανακλά πληρέστερα το τι συνέβη στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 αναφορικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι, δεν θέλω να παρηγορήσω κανέναν (καθότι δεν τυγχάνω ούτε υποστηρικτής ούτε ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ), παρά μόνο να ερμηνεύσω και να προβλέψω.


Στην επιφάνεια των πραγμάτων, η Νέα Δημοκρατία κατάφερε πράγματι μια μεγάλη νίκη, εξασφαλίζοντας αυτοδυναμία και περίπου το 39,8% των ψήφων. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε, παίρνοντας περίπου το 31,5% των ψήφων. Κοιτώντας, όμως, την εκλογική αριθμητική των κομμάτων και λαμβάνοντας υπόψη τη συγκυρία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ουσία του εκλογικού αποτελέσματος είναι πολύ διαφορετική από αυτή την απλή σύγκριση των δύο ποσοστών.


Από πού προήλθε, καταρχήν, αυτό το 39,8% της ΝΔ; Ας δούμε το εξής άθροισμα των ποσοστών που πήραν κάποια κόμματα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015: ποσοστό ΝΔ Σεπ. 2015 + ποσοστό Χρυσής Αυγής Σεπ. 2015 + ποσοστό Το Ποτάμι Σεπ. 2015 + ποσοστό ΑΝΕΛ Σεπ. 2015 + ποσοστό Ένωση Κεντρώων Σεπ. 2015 = 28,10 + 7 + 4.10 + 3.70 + 3.40 = 46.30 %. Κι από το 46,30%, ας αφαιρέσουμε τα ποσοστά που πήρε ο Βελόπουλος, η Χρυσή Αυγή και η Ένωση Κεντρώων στις τωρινές εκλογές: 46,30 – 3.70 – 2.90 – 1.20 = 38.5%.


Τι μας δείχνει το ποσοστό αυτό, που απέχει λιγότερο από μιάμιση ποσοστιαία μονάδα από το ποσοστό που έλαβε η ΝΔ στις τωρινές εκλογές; Μα φυσικά ότι η αύξηση του ποσοστού της ΝΔ συμπίπτει με τη μείωση ή εξάλειψη των ποσοστών του Ποταμιού, των ΑΝΕΛ, της Ένωσης Κεντρώων, και της Χρυσής Αυγής – με εξαίρεση το κομμάτι εκείνο των ψηφοφόρων που πήγε στον Βελόπουλο. Με άλλα λόγια, η εκλογική νίκη της ΝΔ οφείλεται στο ότι κατάφερε να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων των μικρών κομμάτων τριγύρω της. Το μεν Ποτάμι το απορρόφησε μέσα από το κανάλι της νεοφιλελεύθερης πολιτικο-οικονομικής ατζέντας, τους δε ψηφοφόρους των ΑΝΕΛ, Ένωσης Κεντρώων και Χρυσής Αυγής τους κέρδισε μέσα από το κανάλι του Μακεδονικού και της λαϊκίστικης υποκρισίας της δήθεν απόρριψης της Συμφωνίας των Πρεσπών από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και κάπως έτσι, η ΝΔ εξάντλησε όλες τις στρατηγικές εφεδρείες της – έχοντας απομείνει μόνο με τη δεξαμενή των ψηφοφόρων της Ελληνικής Λύσης και με μια Χρυσή Αυγή της οποίας ο σκληρός πυρήνας των ψηφοφόρων που απέμειναν ουδεμία σχέση δύναται να έχει με τη ΝΔ μελλοντικά.


Ας πάμε τώρα και στον ΣΥΡΙΖΑ, κι ας κάνουμε άλλη μια απλή μαθηματική πράξη: ποσοστό ΣΥΡΙΖΑ Ιούλιος 2019 + ποσοστό ΜέΡΑ 25 Ιούλιος 2019 = 31.5 + 3.4 = 34.9%. Το ποσοστό αυτό παραπέμπει στην επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο του 2015 (35.5%). Τι μας δείχνει αυτό; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ύστερα από τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης, τρίτου μνημονίου, αντιλαϊκών μέτρων, ιδιωτικοποιήσεων, πλειστηριασμών, περικοπών, Συμφωνίας των Πρεσπών κλπ. απώλεσε χονδρικά μόνο το ποσοστό εκείνο των ψηφοφόρων που πήγαν στον Βαρουφάκη. Κι αν στο 34,9% προσθέσετε και το ποσοστό που πήρε η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου στις τωρινές εκλογές (1.5%), τότε πηγαίνουμε στο 36.4% που είναι το ποσοστό που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2019! Δεν το λες και στρατηγική ήττα αυτό – μοναχά φθορά, και μάλιστα περιορισμένης κλίμακας.


Enter παράγοντας ΠΑΣΟΚ. Κοιτώντας τα προβληματισμένα πρόσωπα των εκπροσώπων του στα τηλεοπτικά πάνελ το βράδυ των εκλογών, μια σκέψη μου ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό: ότι το ΠΑΣΟΚ τέτοια ευκαιρία επανόδου στην κεντρική πολιτική σκηνή μέσω της εκμετάλλευσης της φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να ξαναβρεί. Τον Σεπτέμβριο του 2015 έλαβε το 6,3% των ψήφων, ενώ τώρα πήρε το 8.1% – ούτε δύο ποσοστιαίες μονάδες δεν κατάφερε να πάρει επιπλέον. Με τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση και τη ΝΔ στην κυβέρνηση, είναι απολύτως φυσιολογικό να περιμένουμε ένταση της πίεσης προς το ΠΑΣΟΚ από τον Τσίπρα. Αίσθησή μου, μάλιστα, είναι ότι η μεγάλη μάζα των τωρινών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ (δεν αναφέρομαι στα προβεβλημένα στελέχη του) είναι δυνητικά πιο κοντά στον Τσίπρα παρά στον Μητσοτάκη. Η υποψία μου αυτή στηρίζεται στην εξής κοινότοπη σκέψη: όσοι ήταν να πάνε από το ΠΑΣΟΚ στη ΝΔ το κάνανε ήδη, σε αυτές τις εκλογές, δεδομένης της δυναμικής του Μητσοτάκη και της φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ. Οι εναπομείναντες ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ στη μεγάλη πλειοψηφία τους υποθέτω ότι είναι λάτρεις του παλαιού «ιστορικού» ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ή απογοητευμένοι ΠΑΣΟΚογενείς πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ: και οι δύο αυτές κατηγορίες ψηφοφόρων βρίσκονται de facto πιο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ παρά στη ΝΔ.


Enter παράγοντας μικρότερα αριστερά κόμματα. Οι εκλογές του Ιουλίου συνιστούν μια συγκλονιστική ήττα των αντισυστημικών κομμάτων της Αριστεράς που αμφισβητούν ευθέως την ευρωπαϊκή ενοποίηση στην τωρινή της μορφή. Σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, έχουμε την εξής εικόνα: το ΚΚΕ από το 5,5% κινήθηκε μία από τα ίδια στο 5,3%, η ΛΑΕ από το 2,9% κατέρρευσε στο 0,3%, και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από το 0,8% έπεσε στο 0,4%. Αναφέρομαι στο ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης διότι θεωρώ ότι αυτός ο διαχωρισμός θέτει πράγματι ένα αντικειμενικό όριο στις δυνητικές μετακινήσεις ψηφοφόρων – για να το πούμε λιανά, ένας ψηφοφόρος του ΜέΡΑ 25 ή της Πλεύσης Ελευθερίας μπορεί ευκολότερα να μεταβεί στον ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με έναν ψηφοφόρο του ΚΚΕ ή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η δραματική αδυναμία αυτών των κομμάτων να ανταποκριθούν οργανωτικά, προγραμματικά και τακτικά στις απαιτήσεις της συγκυρίας σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καλυμμένα τα αριστερά νώτα του, μέχρι νεωτέρας.


Σημαίνουν όλα αυτά ότι είναι βέβαιη η μελλοντική σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ στα κεντροαριστερά του νέου διπολισμού; Όχι, δεν λέει κάτι τέτοιο το παρόν σημείωμα. Λέει, όμως, ότι οι όροι της μελλοντικής σταθεροποίησης του ΣΥΡΙΖΑ εξαρτώνται κυρίως από τον ίδιο, κι από το κατά πόσο θα προωθήσει την οργανωτική του ανασυγκρότηση. Κάτι τέτοιο φαντάζει πιθανό: απαλλαγμένο από τα βάρη της κρατικής διοίκησης, το στελεχιακό δυναμικό του θα μπορέσει πλέον να αφιερωθεί απόλυτα στο χτίσιμο στενότερων και οργανωτικά παγιωμένων δεσμών με τους τρέχοντες και δυνητικούς ψηφοφόρους του κόμματος.


To sum up, γνωρίζαμε πριν τις εκλογές ότι η ΝΔ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα ήταν κυβέρνηση, κι αυτό συνέβη. Υποθέταμε, επίσης, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα θα κατέρρεε, κι αυτό δεν συνέβη. Αν λάβουμε υπόψη την εξάντληση των δυνητικών δεξαμενών ψήφου από τη ΝΔ, τις περιορισμένες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, την αδυναμία της αντισυστημικής αριστεράς να πείσει το δυνητικό κοινό της, και την ύπαρξη γόνιμου εδάφους για προσέλκυση μέρους της εκλογικής βάσης ΠΑΣΟΚ και ΜέΡΑ 25 από τον ΣΥΡΙΖΑ, καταλήγουμε στο εξής συμπέρασμα: ότι η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές θέτει τα θεμέλια της μελλοντικής του κυριαρχίας ως ο κεντροαριστερός πόλος του νέου διπολισμού.

Όσο για τον αριστερό κόσμο που δεν χαίρεται με αυτή την προοπτική της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο ΠΑΣΟΚ, της διατήρησης του διπολισμού με νέο μανδύα, και του εγκλωβισμού των λαϊκών μαζών σε αυτό το ξαναζεσταμένο πινγκ πονγκ, και δεν πείθεται ούτε από την αλά Βαρουφάκη ανακύκλωση του «αριστερού ευρωπαϊσμού» και των αυταπατών του, η τρέχουσα συγκυρία είναι αναμφισβήτητα άβολη. Η συλλογική σοφία δεν είναι ακόμα έτοιμη για να προτείνει τις νέες εναλλακτικές. Ένα είναι όμως σίγουρο: η επεξεργασία αυτών των εναλλακτικών περνάει αυστηρά μέσα από τον μη εγκλωβισμό αυτού του κόσμου στις κομματικά νέες αλλά ιδεολογικά παμπάλαιες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας.